Στο facebook

Αρχειοθήκη

Από το Blogger.

ΑΝΑΖΗΤΕΙΣΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ

Πνευματική ιδιοκτησία & Αντιγραφή υλικού
Το περιεχόμενο του blog μας αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του kastorianiestia.gr
H αναδημοσίευση υλικού σε άλλη ιστοσελίδα επιτρέπεται μόνο με την προϋπόθεση αναφοράς της πηγής με ενεργό link προς το πρωτότυπο άρθρο.

Πρόσφατα

22 Μαΐου 2015
  Το  τι σημαίνει κατοχή, μόνο όσοι την έζησαν μπορούν να το καταλάβουν! Καμιά ιστορία δεν μπορεί να περιγράψει αυτά που τράβηξαν οι απλοί άνθρωποι των πόλεων που άκουγαν την μπότα του κατακτητή να τους ακολουθεί σε κάθε βήμα!
  Ένας από αυτούς είναι και ο κ. Νίκος Πιστικός που στα 92 χρόνια σήμερα, θυμάται με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες σκηνές τρόμου που συναντούσε καθημερινά στον δρόμο. 

Είναι οι στιγμές που ο άνθρωπος χάνει την αξιοπρέπειά του και γίνεται αντικείμενο στα χέρια του κάθε οπλοφόρου, που απειλεί την ίδια την ζωή του!
  Η Καστοριά πρώτα γνώρισε την ιταλική κατοχή και μετά ήρθαν οι γερμανοί για να επιβάλλουν την δική τους κυριαρχία που ήταν πιο σκληρή και πιο αδυσώπητη από την προηγούμενη. 
Την περίοδο της ιταλικής κατοχής ο κυρ Νίκος θυμάται τον ιταλοί δεκανέα Αντονέλι ο οποίος έμπαινε με το όπλο στο καφενείο και με την εντολή “κομ πρέστο” έβγαζε τους θαμώνες έξω, όπου τους περίμεναν άλλοι στρατιώτες οι οποίοι τους έβαζαν στην σειρά και τους πήγαιναν στις αποθήκες, για να ξεφορτώσουν τα τσουβάλια με τα τρόφιμα που φέρνανε για τον στρατό τους. 
 Όποιος περνούσε  τυχαία έξω από το κτήριο της Διοίκησης των ιταλών και δεν χαιρετούσε φασιστικά τον σκοπό, τον “σάπιζαν” στο ξύλο με γροθιές και κλωτσιές μέχρι να λυποθυμήσει!
  Καθώς όμως τα χρόνια περνούσαν και ήρθε το 1941 -42 άρχισε η πείνα να “θερίζει” τους ανθρώπους της πόλης όπου τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα απ΄ ό,τι στα χωριά. 
Ούτε δουλειές υπήρχαν ούτε χρήμα κυκλοφορούσε στην αγορά. Οι συναλλαγές γίνονταν με είδος και τότε πολλοί καστοριανοί πήγαιναν στα χωριά και πουλούσαν τις προίκες των κοριτσιών τους ή ό,τι άλλο πολύτιμο είχαν στο σπίτι, για λίγο σιτάρι που θα έκαναν ψωμί!
Οι ψαράδες της λίμνης αναγκάστηκαν να μεταφέρουν τις βάρκες τους στην λίμνη Χειμαδίτιδα της Φλώρινας, η οποία εκείνη την εποχή είχε άφθονο και νόστιμο ψάρι. 
Από εκείνη την περίοδο το κ. Νίκος Πιστικός θυμάται δύο περιστατικά τα οποία προκαλούν δέος σε όποιον τα ακούσει. 
Ήταν ένα αντρόγυνο μεγάλης ηλικίας που  είχε ένα γιο στην Αμερική, ο οποίος κάθε μήνα τους έστελνε το “τσέκι” για να ζούνε αξιοπρεπώς. 
Ήρθε όμως η κατοχή που διέκοψε κάθε επικοινωνία του ζευγαριού με το παιδί τους και φυσικά σταμάτησαν να έρχονται τα “τσέκια”. 
Ο μανάβης που περνούσε κάθε πρωί έξω από το σπίτι τους, με τα λίγα ζαρζαβατικά πάνω στο γαϊδουράκι, παρατήρησε ότι για αρκετές ημέρες ο ηλικιωμένος δεν κατέβαινε στο δρόμο για να ψωνίσει. Και άρχισε να βάζει “κακό” με του νου του!
Την τέταρτη μέρα πήρε την απόφαση να χτυπήσει την πόρτα των ηλικιωμένων και τότε άκουσε τον κυρ Γιάννη που εμφανίστηκε μπροστά του να του λέει:
-Αχ Μήτσο μου τέλειωσαν όλα τα λεφτά μου και δεν μπορώ να πάρω τίποτα. Τώρα για μας όλα έχουν τελειώσει και το μόνο που περιμένουμε με την γυναίκα μου είναι ο θάνατος!
Ο μανάβης συγκινήθηκε τόσο πολύ μ΄ αυτά που άκουσε από το γεροντάκι, που έβαλε σε μια σακούλα λίγα απ΄ όλα τα ζαρζαβατικά  του καθώς κι ένα κομμάτι ψωμί και τυρί, που είχε για τον γυρισμό και τα έδωσε στον γέροντα λέγοντας!
- Αύριο που θα ξανάρθω θέλω να σε δω στην πόρτα να με περιμένεις...
Όταν ο μανάβης γύρισε στο σπίτι του είπε την ιστορία στην γυναίκα του και τα παιδιά του αλλά δεν είπε το όνομα του ζευγαριού, γιατί δεν ήθελε να πληγώσει την αξιοπρέπειά τους, που τον είχε συγκινήσει...
Από τότε ο μανάβης, περνούσε σχεδόν κάθε μέρα από το σπίτι των ηλικιωμένων και πάντα άφηνε μια σακούλα με τα απαραίτητα. 
Όταν κάποτε τελείωσε ο πόλεμος και ο γιος του ζευγαριού ήρθε από την Αμερική για να δει τους γονείς του, εκείνοι του διηγήθηκαν την ιστορία τους μαζί με όλη την ευγνωμοσύνη τους για τον πονετικό μανάβη. 
Τότε αυτός, αφού πληροφορήθηκε το όνομα του ευεργέτη των γονιών του, έστειλε δέματα από την Αμερική, μαζί με μια πρόσκληση για όσα από τα παιδιά του μανάβη ήθελαν να μεταναστεύσουν εκεί και να ξεκινήσουν μια καινούργια ζωή με την δική του βοήθεια και συμπαράσταση. 
Έτσι ανταπέδιδαν τότε οι συμπατριώτες μας την καλοσύνη με καλοσύνη!
Ένα άλλο περιστατικό που θυμάται ο κυρ Νίκος, είχε να κάνει με μια νέα γυναίκα και το παιδί της που ο πόλεμος τους είχε χωρίσει από τον άντρα της, ο οποίος αποκλείστηκε στην Αμερική και διέκοψε κάθε επικοινωνία μαζί τους! Δεν μπορούσε να έρθει ούτε να στείλει χρήματα από εκεί για να επιβιώσουν οι δικοί του!
  Μια μέρα ένας γείτονας ψαράς, παρατήρησε ότι το παιδί της κυρίας αυτής  καθόταν παράμερα παραπονεμένο και έβλεπε τα δικά του παιδιά να τρώνε με βουλιμία μια φέτα ψωμί με ζάχαρη. 
Αμέσως κατάλαβε τι είχε συμβεί και έσπευσε να αποκαταστήσει μια αδικία που δημιούργησε ο πόλεμος, χωρίς εκείνος να έφταιξε καθόλου!
Αξέχαστη θα μείνει στον κυρ Νίκο αλλά και σ΄ όλους τους καστοριανούς η μέρα που ξαναγύρισαν οι γερμανοί στην πόλη όχι όπως περιγράφεται στην ομώνυμη ταινία αλλά όπως την έζησαν στην πραγματικότητα. 
Ήταν μια μέρα του 1944 όταν διαδόθηκε από στόμα σε στόμα ότι οι γερμανοί εγκαταλείπουν οριστικά την Καστοριά και κατευθύνονται προς τον σταθμό του Αμυνταίου. 
Περιχαρείς όλοι οι κάτοικοι της πόλης βγήκαν από τα σπίτια τους και με χαρές και λουλούδια υποδέχονταν τους αντάρτες που κατηφόριζαν από τα γύρω βουνά. 
Η χαρά τους όμως δεν κράτησε για πολύ, γιατί όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, η φυγή των γερμανών ήταν μια “μπλόφα” για να παγιδέψουν τους αντάρτες και τους κατοίκους που εκδηλώθηκαν με το μέρος τους!
  Ξαφνικά εμφανίστηκαν από τον Απόσκεπο οι γερμανοί με τις μοτοσυκλέτες και τα καμιόνια γεμάτα στρατιώτες της Βέρμαχτ. 
Επικράτησε πανδαιμόνιο και όσοι έτρεχαν να κρυφτούν στα βουνά, τους πυροβολούσαν επιτόπου!
Ο επικεφαλής τους έδωσε διαταγή να συγκεντρωθούν όλοι οι άνδρες μπροστά από το “Παλλάδιο” και απαιτούσε να του παραδώσουν τους αντάρες. Διαφορετικά θα εκτελούσε κάθε δίωρο από είκοσι άνδρες!
Παγωμάρα επικρατούσε παντού και ανάμεσα στους συγκεντρωμένους ο 20χρονος τότε Νίκος Πιστικός που έβλεπε με δέος να τους σημαδεύουν τα γερμανικά πολυβόλα από την ταράτσα της απέναντι βίλας!
Και τότε έκανε την σωτήρια παρέμβασή του ο Δήμαρχος της Καστοριάς Γεώργιος Βουϊτσης ο οποίος είχε σπουδάσει στην Γερμανία και γνώριζε άπταιστα την γλώσσα τους. Μετά από πολύωρες διαπραγματεύσεις με τον Διοικητή των γερμανών, βγήκε στην είσοδο της βίλας και ρώτησε το φοβισμένο πλήθος:
- Γιατί υποδεχθήκατε τους αντάρτες;
- Από φόβο, ακούστηκαν δυο - τρεις φωνές στην αρχή και στην συνέχεια όλοι μαζί επανέλαβαν τις ίδιες λέξεις. 
“Αυτές οι δύο λέξεις ήταν η σωτηρία μας”, θυμάται σήμερα ένας από αυτούς που γλύτωσαν από του “χάρου τα δόντια” την τελευταία στιγμή!
  Εκ των υστέρων μαθεύτηκε ότι η σκηνή ήταν... σκηνοθετημένη από τον ίδιο τον Δήμαρχο Γεώργιο Βουϊτση, ο οποίος προέτρεψε δυο - τρεις να φωνάξουν “από φόβο” και να παρασύρουν όλους τους άλλους, παραπλανώντας όμως τους γερμανούς για τα πραγματικά τους αισθήματα. 
Αν κάτι πήγαινε στραβά, πρώτος θα έπεφτε ο Δήμαρχος και μετά όλοι οι άλλοι...
Ευτυχώς σώθηκαν εκείνοι οι άνθρωποι, για να γίνουν σήμερα αδιάψευστοι μάρτυρες της πραγματικής αλήθειας. Και αυτό το χρωστάνε στον Δήμαρχό τους, άσχετα αν κάποιοι το αμφισβητούν ακόμα και τώρα..
Ο Δήμαρχος Γεώργιος Βουϊτσης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ο Σίντλερ της Καστοριάς, που έσωζε εβραίους στο Άουσβιτς, με τη διαφορά ότι αυτός έσωσε ολόκληρη την πόλη. 

0 σχόλια:

Ενημερωθείτε

Πρωτοσέλιδα Εφημερίδων

Δημοφιλείς αναρτήσεις