Χάσμα τιμών και εισοδημάτων!

Άρθρο της Μαριάννας Ιατρίδου

Με την εγχώρια οικονομία να διανύει τον τρίτο χρόνο βαθιάς ύφεσης και το διαθέσιμο εισόδημα των περισσότερων Ελλήνων να συρρικνώνεται διαρκώς, ακόμη και το ένα ευρώ αποκτά μεγάλη σημασία στις καθημερινές καταναλωτικές δαπάνες. Δεν συμβαίνει το ίδιο όμως και με τις τιμές των απαραίτητων προϊόντων και υπηρεσιών.

Σύμφωνα με έρευνα του Ελληνικού Κέντρου Καταναλωτών (ΕΛΚΕΚΑ) τον Ιανουάριο οι καταναλωτές πλήρωσαν 52,21 ευρώ παραπάνω σε σύγκριση με τον ίδιο μήνα πέρυσι, προκειμένου να γεμίσουν το οικογενειακό καλάθι, να αγοράσουν δηλαδή ακριβώς τα ίδια προϊόντα και υπηρεσίες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΛΚΕΚΑ το οικογενειακό καλάθι ενός μεσαίου ελληνικού νοικοκυριού, που πέρυσι τον Ιανουάριο κόστιζε 2.250,71 ευρώ, φέτος σκαρφάλωσε στα 2.302,93 ευρώ για ακριβώς τα ίδια είδη και υπηρεσίες. Φυσικά οι δαπάνες διαμορφώνονται ανάλογα με το εισόδημα κάθε νοικοκυριού, ωστόσο το ποσοστό των αυξήσεων παραμένει περίπου ίδιο στις επιμέρους κατηγορίες δαπανών.
Τη μεγαλύτερη αύξηση παρουσίασαν οι εξής κατηγορίες: στέγαση 8%, αλκοολούχα ποτά και καπνός 4% και διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά 3%. Ειδικότερα οι δαπάνες για διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά ανήλθαν τον Ιανουάριο του 2012 στα 363,30 ευρώ έναντι 352,69 ευρώ τον αντίστοιχο περσινό μήνα. Για αλκοολούχα ποτά και καπνό ένα μεσαίο ελληνικό νοικοκυριό ξόδεψε 86,42 ευρώ έναντι 83 ευρώ. Για ένδυση και υπόδηση οι δαπάνες διαμορφώθηκαν στα 162,79 ευρώ έναντι 162,08 ευρώ, ενώ για στέγαση στα 305,34 ευρώ έναντι 281,46 ευρώ. Για διαρκή αγαθά, είδη νοικοκυριού και υπηρεσίες τα έξοδα ανήλθαν στα 149,25 ευρώ έναντι 151,45 ευρώ. Για υγεία μία μέση οικογένεια ξόδεψε 142,86 ευρώ έναντι 143,62 ευρώ, ενώ για μεταφορές ο προϋπολογισμός ανήλθε στα 354,53 ευρώ έναντι 344,94 ευρώ. Για επικοινωνίες ξόδεψε 97,48 ευρώ σε σύγκριση με 98,50 ευρώ το 2011. Για αναψυχή και πολιτιστικές δραστηριότητες οι δαπάνες ανήλθαν στα 102,55 ευρώ έναντι 103,32 ευρώ.
Για εκπαίδευση διατέθηκαν 65,57 ευρώ σε σύγκριση με τα 66,24 ευρώ. Για ξενοδοχεία, καφέ, εστιατόρια ένα μεσαίο νοικοκυριό ξόδεψε 246,21 ευρώ έναντι 240,15 ευρώ. Για άλλα αγαθά και υπηρεσίες οι δαπάνες ανήλθαν στα 229,86 ευρώ σε σύγκριση με τα 226,03 ευρώ.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, ενώ η λαίλαπα των ανατιμήσεων δεν έχει τελειωμό, οι καταναλωτές την τελευταία τριετία έχουν απολέσει το 30% της αγοραστικής δύναμής τους. «Ενώ οι μειώσεις στους μισθούς είναι συνεχείς και η ανεργία καλπάζει, στα ευρείας κατανάλωσης και πρώτης ανάγκης προϊόντα οι τιμές αλλάζουν συνεχώς προς τα πάνω», είπε στη «Μ» ο Βασίλης Λίγκας, πρόεδρος του ΕΛΚΕΚΑ, και πρόσθεσε ότι «πετρέλαιο θέρμανσης και τιμολόγια ύδρευσης, ηλεκτρικού και τηλεφώνου καθιστούν ολοένα και πιο ελλειμματικούς τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Πρόκειται για δαπάνες που δεν μπορεί να τις αποφύγει κανείς».
Ο Βασίλης Λίγκας πιστεύει ότι οι τιμές στα σούπερ μάρκετ μπορούν να μειωθούν, μόνον αν κινητοποιηθεί η επιτροπή Ανταγωνισμού και αρχίσουν επιτέλους να λειτουργούν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί: «Στην Ελλάδα πέντε μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ έχουν δημιουργήσει καρτέλ στα ράφια των καταστημάτων, με αποτέλεσμα οι τιμές να είναι παραπλήσιες σε όλα τα σημεία πώλησης», υπογράμμισε.
Πολλοί υποστηρίζουν πως δειάζουν τα πορτοφόλια των Ελλήνων καταναλωτών από τις πολυεθνικές αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Πάντως, γεγονός είναι ότι οι Έλληνες πληρώνουν τα ίδια προϊόντα ακριβότερα έως και 116% σε σχέση με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους. Μάλιστα, πρόκειται για είδη που δεν μπορούν να αποφύγουν τα νοικοκυριά καθώς είναι απαραίτητα για την επιβίωση και την κάλυψη βασικών καθημερινών τους αναγκών.
Το παράδοξο είναι ότι οι ξένες αλυσίδες θεωρούνται εκπτωτικές, μιας και έχουν στα ράφια τους χιλιάδες κωδικούς προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, τα οποία είναι και φθηνότερα σε σχέση με τα επώνυμα.
Οι θυγατρικές των ξένων κολοσσών σε συνεργασία με τις μητρικές τους εταιρείες χρησιμοποιούν κόλπα για να αποφεύγουν τη φορολόγηση των κερδών στην Ελλάδα και να τα μεταφέρουν είτε στην έδρα των «μαμάδων» εταιρειών είτε σε άλλες χώρες όπου δραστηριοποιούνται επίσης άλλες θυγατρικές. Κι αυτό επειδή οι φόροι είναι χαμηλότεροι. Πώς γίνεται αυτό; Οι μητρικές εταιρείες χρεώνουν υψηλά δικαιώματα χρήσης στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, προκειμένου να εμφανίσουν υψηλό κόστος και να αποφύγουν να φορολογηθούν στην Ελλάδα
Η τιμή είναι χωρίς τον ΦΠΑ και από τη σύγκριση προκύπτει πως ακόμη και αν αφαιρεθεί πάλι τα ίδια προϊόντα πωλούνται στη χώρα μας με υψηλότερη τιμή.
Μερικά παραδείγματα που είδαν το φως της δημοσιότητας είναι το καθαριστικό γενικής χρήσης το οποίο ο Έλληνας το αγοράζει 1,62 ευρώ, ο Γερμανός 0,75 και ο Βούλγαρος 0,85 ευρώ. Στον ίδιο όμιλο το επιδόρπιο γιαουρτιού έχει τιμή στην Ελλάδα 0,58 ευρώ, στη Γερμανία 0,27 και στη Βουλγαρία 0,42 ευρώ. Δηλαδή είναι ακριβότερο μέχρι 115%, ο γάλα μακράς διάρκειας πωλείται στην Ελλάδα 0,73 ευρώ, στην Ιταλία 0,54 ευρώ, ήτοι 35% υψηλότερη τιμή και το τυρί γκούντα σε φέτες 400 γραμ. πωλείται στην Ελλάδα με τιμή 2,38 ευρώ και στη Γερμανία 1,49 ευρώ.
Έτσι οι ελληνικές οικογένειες βιώνουν τις τραγικές συνέπειες της οικονομικής ύφεσης και των μέτρων λιτότητας, όπως είναι η μείωση των μισθών και η ανεργία. Ερχονται, όμως, αντιμέτωποι και με τις υψηλές τιμές, οι οποίες παραμένουν «ακούρευτες».
Μία λύση βέβαια στο οικονομικό αυτό αδιέξοδο αποτελούν για τους πιο εξοικειωμένους με το Ίντερνετ χρήστες, κάποιες μηχανές αναζήτησης και σύγκρισης τιμών που μπορούν να προσφέρουν σημαντική οικονομία στο πορτοφόλι του κάθε καταναλωτή. Εάν δηλαδή τα ηλεκτρονικά καταστήματα αποτελούν, κατά κανόνα, μια «πηγή» φθηνότερων προϊόντων -ακόμη και από τα ίδια «φυσικά» καταστήματα των εταιρειών- αυτά τα «ψαχτήρια» προσφέρουν την οικονομικότερη λύση, αφού συγκρίνουν τις τιμές των προϊόντων από πολύ περισσότερα καταστήματα