Mάιος: Αποζημίωση 532 ευρώ σε έως 713.000 υπό αναστολή εργαζομένους

Κατά 18% λιγότεροι αναμένεται να είναι εκείνοι οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι θα λάβουν πλήρη ειδική αποζημίωση ύψους 532 ευρώ τον μήνα που διανύουμε λόγω αναστολής της σύμβασης εργασίας.

Συγκεκριμένα, ολόκληρη τη μηνιαία αποζημίωση εκτιμάται ότι δεν θα πάρουν πάνω από 713.000 υπό αναστολή εργαζομένοι έναντι περίπου 870.000 που έλαβαν τον περασμένο Μάρτιο-Απρίλιο.

Αν στους 713.000 προστεθούν και εκείνοι οι εργαζόμενοι οι οποίοι θα λάβουν σίγουρα μειωμένη αποζημίωση, καθώς θα μείνουν σε αναστολή μέχρι κάποια ημερομηνία του τρέχοντος μηνός, τότε το σύνολο των εργαζομένων που θα λάβουν των δικαιούχων θα φτάσει τους 802.000.

Το δε συνολικό δημοσιονομικό κόστος για τις αποζημιώσεις στους υπό αναστολή εργαζομένους του τρέχοντος μήνα, αναμένεται να φτάσει κατά το μέγιστο τα 405 εκατ. ευρώ έναντι των 700  εκατ. ευρώ που κόστισαν οι αποζημιώσεις των 800 ευρώ για το διάστημα μεταξύ των μέσων του Μαρτίου και τέλος Απριλίου (ή 466 εκατ. ευρώ σε μηνιαία βάση). Συνεπώς, με αναφορά το μήνα, το κόστος των αποζημιώσεων το Μάιο θα πέσει σχεδόν κατά 13%  σε σχέση με τον Απρίλιο και κατά 42% σε σχέση με το διάστημα μέσα Μαρτίου-τέλη Απριλίου.

Αυτό αναφέρουν  αρμόδια στελέχη του Υπ. Εργασίας στο Capital.gr σύμφωνα με τα στοιχεία που προκύπτουν από τα δύο νέα, από αυτό το μήνα,  βασικά δεδομένα της ασκούμενης κυβερνητικής πολιτικής στο πεδίο της στήριξης των πληττόμενων από την κορονο-κρίση επιχειρήσεων και μισθωτών.

Αυτά είναι αφενός το σταδιακό άνοιγμα των κλειστών (με κρατική εντολή επιχειρήσεων) και αφετέρου το ανώτατο “πλαφόν” του 60% στις συμβάσεις εργασίας των πληττομένων σημαντικά και επαναλειτουργούντων επιχειρήσεων οι οποίες μπορούν να συνεχίσουν να είναι σε αναστολή ακόμα και καθ΄όλη τη διάρκεια του τρέχοντος μηνός.

Πιο αναλυτικά:

-Καθ’ όλον τον τρέχοντα μήνα, σύμφωνα με τα έως τώρα γνωστά στοιχεία, αναμένεται να μένουν σε αναστολή όχι πάνω από 477.000 μισθωτοί (έναντι 700.000 το περασμένο δίμηνο) επιχειρήσεων που παραμείνουν κλειστές έως και τις 31/5. Οι υπό αναστολή εργαζόμενοι αυτοί θα λάβουν ειδική αποζημίωση για όλο το Μάιο, ύψους 532 ευρώ. Το δημοσιονομικό κόστος θα ανέλθει σε 253 εκατ. ευρώ.

-Όσον αφορά τις επιχειρήσεις που ανοίγουν σταδιακά (στις 4/5 και στις 11/5 κλπ.) θα παραμείνουν σε αναστολή όλοι οι εργαζόμενοι τους μέχρι τις παραμονές της επαναλειτουργίας τους (έως τις 3/5 και έως τις 10/5 αντίστοιχα). Από την ημέρα, όμως, της επαναλειτουργίας τους, το πολύ το 60% του προσωπικού τους μπορεί να παραμείνει σε αναστολή έως τις 31/5.

-Έτσι, στις επιχειρήσεις που άνοιξαν στις 4/5, παρέμειναν σε αναστολή για το διάστημα 1 έως 3/5 πάνω από 68000 εργαζόμενοι και έτσι δικαιούνται την αναλογούσα αποζημίωση για 3 μέρες αναστολής (53 ευρώ). Το κόστος για αυτές τις αποζημιώσεις θα ανέλθει σε 18 εκατ. ευρώ.  Από τις 4 έως 31/5 μπορεί να μείνει σε αναστολή το πολύ το 60% των εργαζομένων αυτών (δηλαδή έως 41.000) και να λάβουν  όλη τη μηνιαία αποζημίωση των 532 ευρώ. Έτσι το κόστος μπορεί να αυξηθεί κατά επιπλέον 19 εκ. ευρώ, φτάνοντας στα 37 εκατ. ευρώ.

-Στις επιχειρήσεις που άνοιξαν στις 11/5, παρέμειναν σε αναστολή, μεταξύ 1-11/5, περίπου 155.000 μισθωτοί και δικαιούνται αποζημίωση για 11 μέρες αναστολής (195 ευρώ). Το δημοσιονομικό κόστος θα ανέλθει στα 30 εκατ. ευρώΑπό τις 11/5,όμως, μόνο το 60% αυτών, δηλαδή περίπου 93.000 μπορούν να μείνουν σε αναστολή και να λάβουν αποζημίωση για ολο το μήνα (532 ευρώ). Έτσι το κόστος θα μπορούσε να αυξηθεί κατά 31 εκατ. ευρώ, φτάνοντας τα 61 εκ.ευρώ.

-Όσον αφορά τις επιχειρήσεις που επλήγησαν σημαντικά αλλά δεν έκλεισαν με κρατική εντολή για υγειονομικούς λόγους, από τον τρέχοντα μήνα υπάγονται και αυτές στο “πλαφόν” του 60%. Έτσι από τους 170.000 εργαζομένους πληττομένων -πλην ανοιχτών- επιχειρήσεων, το πολύ το 60% αυτών, δηλαδή περίπου 102.000 μπορούν να παραμείνουν σε αναστολή έως τις 31/5 και, έτσι, να λάβουν αποζημίωση έως 532 ευρώ, δεδομένου ότι σε ορισμένες η αποζημίωση των 800 ευρώ την οποία έλαβαν “καλύπτει” έμμεσα  μέρος και του τρέχοντος μηνός. Έτσι το δημοσιονομικό κόστος θα μπορούσε να ανέλθει κατά το μέγιστο στα 54 εκ. ευρώ.

Του Δημήτρη Κατσαγάνη