Ήταν αρχές της δεκαετίας του 1960. Τότε που η Ελλάδα προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές που άφησαν πίσω τους οι δύο πόλεμοι. Η κατοχή και ο εμφύλιος. Ο ένας πιο σκληρός και πιο αδυσώπητος από τον άλλο!

Και μέσα σ΄ αυτό το εφιαλτικό σκηνικό η μικρή Καστοριά με τα χωριά της , που είχαν το θλιβερό προνόμιο να γίνουν το επίκεντρο του αιματηρού εμφυλίου πολέμου, έβλεπαν το μέλλον τους να προβάλλει σκοτεινό και δυσοίωνο στον ορίζοντα. Καθώς η φτώχεια που έφερε ο πόλεμος και η μετανάστευση που ακολούθησε, την είχαν αποδεκατίσει από το πιο ελπιδοφόρο κομμάτι της κοινωνίας της: τους νέους ανθρώπους που έπαιρναν των ομματιών τους, για μια καλύτερη τύχη στην ξενιτιά.

Η ζωή στο χωριό, με τους λιγοστούς κατοίκους που είχαν απομείνει, κυλούσε στους γνώριμους ρυθμούς της μεταπολεμικής ελληνικής περιφέρειας.
Βαρύς ο χειμώνας εκείνα τα χρόνια – λες και τόκανε επίτηδες για νάναι ασορτί με το κλίμα της εποχής. Μα περισσότερο βαρύς και αδυσώπητος για τους μικρούς μαθητές του Δημοτικού, που ξεκινούσαν να πάνε στο σχολείο, τουρτουρίζοντας σαν τα σπουργίτια από το κρύο και με το χιόνι να σκεπάζει σε πολλά σημεία του δρόμου το μπόι τους!

Το κρύο που πιρούνιαζε το πρόσωπο, γινόταν ακόμα πιο διαπεραστικό και ανυπόφορο, με τις λαστιχένιες μπότες που φορούσαν στα πόδια τους και με το σκοροφαγωμένο παλτό στους ώμους τους, “δώρο” της αμερικανικής βοήθειας που έστελνε η UNTRA.

Και αυτά αν ήσουν τυχερός στην κλήρωση των δεμάτων που μοίραζε η Κοινότητα, ύστερα από… διαλογή των λιγότερο φθαρμένων ρούχων και παπουτσιών, τα οποία κάποιοι κρατούσαν για τον εαυτό τους! Γιατί ουκ ολίγες φορές οι παραλήπτες των δεμάτων εύρισκαν μέσα σ΄αυτά δύο όμοια παπούτσια και μετά έψαχναν από σπίτι σε σπίτι σ΄ όλο το χωριό για να κάνουν την ανταλλαγή και να μπορέσουν να τα χρησιμοποιήσουν.

Όμως καθώς βάδιζαν μέσα στο χιόνι, εκτός από την βαρυφορτωμένη σάκα, κουβαλούσαν και από δύο ξύλα για την σόμπα του σχολείου. Αλλά όταν έφταναν στην είσοδο εκεί τους περίμενε μια ακόμα δοκιμασία: Τα ξύλα που έφερναν από το σπίτι, έπρεπε να έχουν την… έγκριση του επιμελητή, ως προς το μέγεθος, για να περάσουν στην τάξη. Διαφορετικά έπρεπε να επιστρέψουν στο σπίτι, από την ίδια βασανιστική διαδρομή και να επανέλθουν με άλλα ξύλα που θα ικανοποιούσαν το μέτρο σύγκρισης του “Αλφαμίτη” του σχολείου.

Τότε δεν υπήρχε περίπτωση να κλείσουν τα σχολεία “λόγω σφοδρής χιονόπτωσης και ακραίων καιρικών φαινομένων” ακόμα κι αν το σχολείο είχε μετατραπεί σε… ιγκλού από τον πάγο! Ούτε τολμούσε να πάει κάποιος μαθητής το πρωί αδιάβαστος στο σχολείο, ελπίζοντας σε μια… συνωμοσία των καιρικών φαινομένων, για να το βρει κλειστό εκείνη την ημέρα. Διότι την τιμωρία που τον περίμενε θα την θυμόταν για όλη την υπόλοιπη ζωή του…

Αλλά κι αν τύχαινε μία στις τόσες να “γλυτώσουν” το μάθημα, αυτο θα οφειλόταν στην απουσία του δάσκαλου και όχι των μαθητών που θα το μάθαιναν πάντα τελευταίοι. Ειδικά τις μέρες του χειμώνα, που από το “Ημερολόγιον Πρόγραμμα” του σχολείου, απουσίαζαν οι καθιερωμένοι περίπατοι και οι εκδρομές, όπως το καλοκαίρι.

Πράγματι, η μαθητική ζωή στα μικρά χωριά εκείνα τα χρόνια ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και επίπονη, γιατί δεν επέτρεπε ούτε ελάχιστο χρόνο για παιχνίδι ειδικά τον χειμώνα. Επειδή στα μονοθέσια σχολεία οι μαθητές υποχρεώνονταν να πηγαίνουν πρωί και απόγευμα στο σχολείο, για να προλάβει ο μοναδικός δάσκαλος να διδάξει σ΄όλες τις τάξεις.

Και όταν τελείωνε το μάθημα, ήταν πλέον σκοτάδι και επειδή δεν υπήρχε ηλεκτρικό, ήταν όλοι αναγκασμένοι να κλείνονται κατευθείαν στο σπίτι…

Φαίνεται όμως ότι με παραπήρε ο οίστρος… καθώς έβλεπα το χιόνι να πέφτει πυκνό από το παράθυρο. Και στην τηλεόραση που έπαιζε να ηχούν τα τύμπανα του πολέμου από την Ουκρανία…

Ποιος ξέρει άραγε τι μας περιμένει;

Από τον λήθαργο των αναμνήσεων με ξύπνησε η κόρνα ενός ταξί, που ήρθε να παραλάβει τον μικρό μαθητή από το απέναντι σπίτι και να τον μεταφέρει στο σχολείο του διπλανού χωριού που λειτουργεί ακόμα…

Γιατί το σχολείο που φοιτήσαμε εμείς δεν λειτουργεί πια “ελλείψει μαθητών” και έχει μετατραπεί σε “Πολιτιστικό Κέντρο” του Συλλόγου…
Εβδομήντα χρόνια μετά τον εμφύλιο…