H αβάσταχτη καθημερινότητα ενός ασκούμενου δικηγόρου

Πώς ένα επάγγελμα συνυφασμένο με κοινωνικό κύρος και οικονομική ανέλιξη φαντάζει σήμερα για τους νέους ανθρώπους που επιλέγουν να το ακολουθήσουν τόσο σκληρό

ριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους η νέα ταινία του Σωτήρη Γκορίτσα με τίτλο «Εκεί που ζούμε». Πρωταγωνιστής του φιλμ είναι ο Αντώνης, ένας 30άρης δικηγόρος που όλη μέρα, κάθε μέρα, ακόμα και την ημέρα των γενεθλίων του που αφηγείται η ταινία, τρέχει και δεν φτάνει. Ευελπίδων, εφετείο, πελάτες που δεν ακούν τις συμβουλές του, ο νοικάρης του που τον «καταδιώκει» για να πάρει τα χρωστούμενα, ένα παραδόπιστο αφεντικό. Μια «κόλαση» που αντανακλά την καθημερινότητα ενός νέου δικηγόρου.

Πώς, όμως, ένα επάγγελμα συνυφασμένο με κοινωνικό κύρος και οικονομική ανέλιξη φαντάζει σήμερα για τους νέους ανθρώπους που επιλέγουν να το ακολουθήσουν τόσο σκληρό; Κι αν ένας νέος δικηγόρος βιώνει την «κόλαση» του Αντώνη της ταινίας, πόσο πιο δύσκολες είναι οι συνθήκες για έναν ασκούμενο δικηγόρο που δεν λογίζεται καν ως εργαζόμενος ενώ στην πραγματικότητα δουλεύει σε συνθήκες υψηλής πίεσης; Πώς είναι, άραγε, η καθημερινότητα ενός ασκούμενου δικηγόρου στην Ελλάδα του 2023;

Ο Γιάννης, 25 ετών, ζει στη Θεσσαλονίκη, έχει πάρει το πτυχίο της Νομικής και ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό του, ενώ ταυτόχρονα μετράει αντίστροφα για την ολοκλήρωση της 18μηνης δικηγορικής άσκησης.

Κάθε πρωί στις 7.00 φοράει τη «στολή εργασίας, κάποιο μισοτσαλακωμενο πουκάμισο», όπως μας λέει, και με το ένα μάτι κλειστό ξεκινάει για τα δικαστήρια. Κοιτάει συνεχώς το ρολόι και το κινητό του μήπως τον ψάξει κάποιος πελάτης και αγωνιά για το χάος που θα συναντήσει στην ημέρα που ξεκινά: «Αν είμαι τυχερός, επιστρέφω σπίτι πριν να έρθει η ώρα να κοιμηθώ ξανά, για να συμβούν ακριβώς τα ίδια την επόμενη μέρα», λέει χαρακτηριστικά.

Δεν είναι, όμως, μόνο τα ωράρια, το άγχος και η πίεση –στοιχεία που διαχρονικά έχουν ταυτιστεί με το επάγγελμα του μάχιμου δικηγόρου– αυτά τα οποία ζορίζουν περισσότερο τους νέους ασκούμενους δικηγόρους. Αυτό που μάλλον κάνει τη διαφορά είναι η φύση της σχέσης εξουσίας ανάμεσα στον ασκούμενο δικηγόρο και στον εργοδότη του. Από την κουβέντα μας με τον Γιάννη κρατήσαμε μια φράση που ενδεχομένως να αντιπροσωπεύει πολλούς συναδέλφους του: «Ο ασκούμενος δικηγόρος είναι ένα ιδιαίτερο είδος υπαλλήλου-υποτακτικού».

Από την πλευρά του ο Μανόλης, 25 ετών, ασκούμενος σε δικηγορικό γραφείο της Αθήνας, επιβεβαιώνει τα λεγόμενα του Γιάννη και συμπληρώνει σε πολύ πιο οξύ ύφος: «Το νιώθεις τι σημαίνει να εργάζεσαι 12 ώρες τη μέρα και να αμείβεσαι με 400 ευρώ, εκ των οποίων τα 33 πηγαίνουν στην ασφάλιση και τα 27 στην κάρτα για τα μέσα.

Το νιώθεις τι σημαίνει να περιμένεις 4 ώρες για να καταθέσεις ένα χαρτί, την ώρα που ο νόμος θεωρεί ότι αυτό είναι μαθητεία και όχι εργασία. Σκέφτεσαι, δηλαδή: τόσο αξίζει ο χρόνος μου και τόσο αξίζουν οι σπουδές μου;».

Ο Χρήστος Ωραιόπουλος, ασκούμενος δικηγόρος στη Θεσσαλονίκη, βρίσκει μια αλληγορία για να περιγράψει το πλαίσιο της άσκησης: «Η αρρύθμιστη παροχή εργασίας είναι σαν μια βρύση που ο νοικοκύρης του σπιτιού την αφήνει να τρέχει γιατί δεν πληρώνει αυτός το νερό. Οτι το νερό ξοδεύεται, όμως, δεν παύει να ισχύει».

Οπως μας λέει ο Χρήστος, ο ασκούμενος δικηγόρος δεν φαίνεται πουθενά ότι εργάζεται. Μια χειρόγραφη δήλωση του δικηγόρου που τον απασχολεί αποτελεί το μόνο συμβατικό «κατιτίς». Κι όμως, σύμφωνα με τον Χρήστο, «καμία κυβέρνηση, κανένας εργατολόγος υπουργός, ποτέ και με κανένα νόμο δεν ρύθμισε αυτό το αστείο και ορφανό νόμου κενό και θλιβερό κατάντημα. Πληρούμε, δηλαδή, όλες τις προϋποθέσεις της εξαρτημένης μισθωτής εργασίας και αντιμετωπιζόμαστε σαν γρανάζια ενός συστήματος που λειτουργεί στη νομική αφάνεια».

Και επιστρέφουμε στον παραλληλισμό της βρύσης που τρέχει: «Εντέλει οι δικηγόροι είναι οι νοικοκύρηδες του σπιτιού με τη βρύση που τρέχει χωρίς να έρχεται ποτέ λογαριασμός. Ετσι και ο ασκούμενος που τρέχει για αυτούς. Μερικοί ίσως από φιλότιμο, άλλοι από ντροπή, δίνουν ό,τι επιθυμούν. Αλλοι, όμως, δεν επιθυμούν. Κι εφόσον υποχρέωση δεν υπάρχει, μόνο για επιθυμία μάς μένει να μιλάμε. Δεν γίνεται μια σχέση εργασίας, όμως, να εναπόκειται σε φιλότιμα και ντροπές και καλοσύνες», καταλήγει ο Χρήστος.

Στα σκαλιά της Ευελπίδων

Στον χώρο της καθημερινής δράσης των ασκούμενων δικηγόρων, την Ευελπίδων, συναντήσαμε τη Σοφία Πλαμαντούρα στη λήξη μιας δύσκολης εβδομάδας για αυτήν, γεμάτη τρεξίματα, αναμονές και ατέλειωτα δικόγραφα.

Η Σοφία κοιτώντας τα σκαλιά της Ευελπίδων μάς περιγράφει τον ενθουσιασμό και την αγωνία της πρώτης φοράς που βρέθηκε εδώ και εξηγεί: «Οσο περνούν οι μήνες, τη θέση της αγωνίας και του ενθουσιασμού μπροστά στο άγνωστο καταλαμβάνουν η αίσθηση του κορεσμού και της κόπωσης από τον χώρο αυτό, που τον έχω πλέον περπατήσει τετραγωνικό προς τετραγωνικό».

Επειτα από μια εμπειρία γεμάτη προκλήσεις, αλλά και δυσκολίες, η Σοφία σχεδιάζει το μέλλον της με αισιοδοξία, θέτοντας όμως μια κόκκινη γραμμή όπως μας λέει: «Αδιαπραγμάτευτη επιδίωξή μου, να αντλώ χαρά και ικανοποίηση από τη δουλειά μου και όχι να “ζω για να δουλεύω”».

Λίγο πριν ζυγίσει τις επαγγελματικές επιλογές της όσον αφορά τη σταδιοδρομία της στη μάχιμη δικηγορία ή στο δικαστικό σώμα, μας περιγράφει τις στιγμές εκείνες όπου κατά τη διάρκεια της άσκησης ένιωθε ότι εξελίσσεται, ότι πετυχαίνει μικρές ή μεγάλες επιτυχίες.

Μέχρι η αφήγησή της να συναντήσει την ουσία των μαρτυριών των υπόλοιπων συναδέλφων της: «Οπως κάθε άνθρωπος με αυτοσεβασμό και αυτοεκτίμηση, έχω “δυσανεξία” στη μομφή όταν αυτή μου αποδίδεται άδικα, χωρίς να έχω φταίξει προσωπικά, είτε από εργοδότη είτε από συνάδελφο είτε από εντολέα», καταλήγει, θίγοντας ένα ακόμα πιο πρακτικό ζήτημα που απασχολεί τους ασκούμενους, τη δυσκολία εύρεσης προσωπικού πελατολογίου μέσα από όλη αυτή τη 18μηνη διαδικασία.

«Ημέρες μόνο, η μια μετά την άλλη…»

Από τις μαρτυρίες και των τεσσάρων ανθρώπων εξάγεται ένα κοινό, διπλό συμπέρασμα: Ενας ασκούμενος δικηγόρος ασφυκτιά και αδυνατεί να ζήσει τον εαυτό του με αξιοπρέπεια και αυτονομία, ενώ ταυτόχρονα υποχρεούται να περάσει τους 18 μήνες της άσκησης στον «αέρα», χωρίς πλαίσιο, χωρίς εργασιακά δικαιώματα, χωρίς κανόνες και δικλίδες ασφαλείας που τον προστατεύουν.

Ο Μανόλης θα συνεχίσει να αγανακτεί για τον χαμηλό μισθό και τους ρυθμούς ζωής που δεν του επιτρέπουν να οργανώσει την καθημερινότητά του όπως ονειρευόταν. Ο Γιάννης θα υπομείνει για λίγους ακόμα μήνες τη ρουτίνα και το «τσαλακωμένο» του πουκάμισο μέχρι να δώσει τις εξετάσεις στον δικηγορικό σύλλογο για το δικαίωμα άσκησης του επαγγέλματος. Ο Χρήστος θα περιμένει να αντιμετωπιστεί επιτέλους ως «πραγματικός» εργαζόμενος όσο η «βρύση» του εργοδότη-δικηγόρου θα τρέχει χωρίς να πληρώνει κανείς για αυτήν. Η Σοφία θα προσπαθεί να χαράξει μια πορεία ώστε πλέον η Ευελπίδων να μοιάζει ένα πιο «όμορφο» μέρος.

Και κάπου εδώ επανέρχεται ξανά ο Αντώνης της ταινίας και μια φράση του: «Εμένα η ζωή μου δεν έχει νέες αρχές, ούτε καινούργια κεφάλαια. Ημέρες μόνο. Τη μια μετά την άλλη. Μια ευθεία γραμμή». Μια πρόταση που μελαγχολικά αντανακλά τις αγωνίες των ασκούμενων «ηρώων», που και αυτοί, όπως και ο Αντώνης, τρέχουν και δεν φτάνουν βλέποντας τον χρόνο να κυλάει.

kathimerini.gr