Διαφάνεια, ελευθερία του τύπου και δημόσιος διάλογος στην Καστοριά

Με αφορμή το άρθρο της “Καστοριανής Εστίας” με τίτλο “Κανένας άλλος δήμαρχος της Καστοριάς δεν έστειλε ποτέ εξώδικα σε δημοσιογράφους!”, ανοίγει μια συζήτηση που ξεπερνά ένα απλό δημοσιογραφικό περιστατικό ή μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε έναν δήμο και ένα μέσο ενημέρωσης.

Το ερώτημα δεν είναι αν ένα συγκεκριμένο δημοσίευμα ήταν σωστό ή λάθος.
Το ερώτημα είναι αν διαμορφώνεται σταδιακά ένα περιβάλλον όπου ο δημόσιος λόγος επηρεάζεται μέσα από δύο παράλληλες πρακτικές.
Από τη μία πλευρά η εύνοια προς μέσα που κινούνται πιο κοντά στην εκάστοτε διοίκηση και από την άλλη η πίεση προς εκείνα που επιλέγουν να διατηρήσουν πιο ανεξάρτητη στάση.
Αυτό δεν είναι ένα φαινόμενο που συζητιέται πρώτη φορά στην Καστοριά.
Είναι μια πρακτική που έχει αναλυθεί διεθνώς και έχει πλέον συγκεκριμένο όνομα.
Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί αναφέρονται στις λεγόμενες SLAPP, δηλαδή νομικές ενέργειες ή απειλές νομικών ενεργειών που μπορεί να λειτουργούν αποτρεπτικά για την ελεύθερη έκφραση όταν αφορούν ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος. Το βασικό στοιχείο εδώ δεν είναι μόνο η ίδια η δικαστική διαδικασία, αλλά το λεγόμενο “chilling effect”.
Δηλαδή το κλίμα φόβου και αυτοπεριορισμού που δημιουργείται.
Για τα τοπικά μέσα αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Ένα μικρό ή περιφερειακό μέσο δεν χρειάζεται να χάσει μια δίκη για να βρεθεί σε δύσκολη θέση. Αρκεί πολλές φορές η προοπτική μιας δικαστικής διαδικασίας, το κόστος δικηγόρων, η φθορά χρόνου και η οικονομική πίεση.
Σιγά σιγά αρχίζει να δημιουργείται μια άλλη σκέψη πριν από κάθε δημοσίευμα.
Όχι μόνο αν είναι σωστό ή τεκμηριωμένο, αλλά και αν “αντέχει” το μέσο να μπει σε μια τέτοια διαδικασία.
Πολλές φορές ακόμα και σε ξεκάθαρα και τεκμηριωμένα κείμενα μπορεί να γίνει κάποια “επίθεση” με αποκλειστικό σκοπό την ταλαιπωρία και την οικονομική επιβάρυνση στον αρθρογράφο ή τον δημοσιογράφο.
Με αυτόν τον τρόπο καταφέρνουν να “εξοντώσουν” όσα μέσα δεν τους αρέσουν.
Ακριβώς γι’ αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησε πρόσφατα και σε νομοθετική παρέμβαση. Η οδηγία κατά των καταχρηστικών αγωγών φίμωσης, που εγκρίθηκε το 2024, έχει ως βασικό στόχο να αποτρέψει τη μετατροπή των δικαστηρίων σε εργαλείο πίεσης απέναντι σε δημοσιογράφους, ερευνητές ή πολίτες που ασχολούνται με ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος.
Όταν λοιπόν σε μια τοπική κοινωνία εμφανίζονται ταυτόχρονα συζητήσεις για διαφημιστικές αναθέσεις ή άλλες μορφές οικονομικής ενίσχυσης προς ορισμένα μέσα και παράλληλα νομικές κινήσεις ή προειδοποιήσεις προς άλλα, τότε δεν πρόκειται απλώς για δύο άσχετα γεγονότα. Δημιουργείται μια εικόνα ενός πιθανού διπλού μηχανισμού. Από τη μία πλευρά η επιβράβευση και από την άλλη η αποθάρρυνση.
Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δημοσίευμα είναι αυτομάτως σωστό ούτε ότι τα μέσα ενημέρωσης έχουν “λευκή επιταγή”.
Η δημοσιογραφία οφείλει να ελέγχεται και να διορθώνεται όταν κάνει λάθος.
Όμως όταν το αντικείμενο της συζήτησης είναι δημόσιο χρήμα, δημόσιες συμβάσεις και σχέσεις της διοίκησης με τα μέσα ενημέρωσης, η πρώτη απάντηση οφείλει να είναι η διαφάνεια, τα στοιχεία και η τεκμηριωμένη απάντηση.
Υπάρχει και μια ακόμη διάσταση που αφορά το ελληνικό πλαίσιο. Η Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης έχει επανειλημμένα υπενθυμίσει ότι η κρατική και δημόσια διαφήμιση πρέπει να κατευθύνεται αποκλειστικά σε πιστοποιημένα μέσα που είναι εγγεγραμμένα στα επίσημα μητρώα. Μάλιστα πρόσφατη εγκύκλιος ενισχύει ακόμη περισσότερο τις υποχρεώσεις διαφάνειας γύρω από αυτή τη διαδικασία. (εδώ είναι άλλη συζήτηση/ανάλυση του θέματος)
Γι’ αυτό και η συζήτηση που άνοιξε με αφορμή το άρθρο δεν αφορά μόνο ένα δημοσίευμα ή μια εφημερίδα.
Αφορά το πώς λειτουργεί συνολικά το περιβάλλον ενημέρωσης σε μια μικρή κοινωνία όπως η Καστοριά.
Στην πράξη η ελευθερία του Τύπου δεν περιορίζεται μόνο όταν απαγορεύεται κάτι ευθέως.
Περιορίζεται και όταν δημιουργούνται συνθήκες που κάνουν τους ανθρώπους να σκέφτονται δύο και τρεις φορές πριν μιλήσουν ή γράψουν.
Και φυσικά δεν ξεχνάμε και άλλες μεθόδους, που έχω δεχθεί και εγώ ο ίδιος, όπως από “στρατιές” ανθρώπων που επιτίθενται με κάθε τρόπο προσπαθώντας να μειώσουν κάθε προσπάθεια και κάθε διαφορετική γνώμη.
Ακόμα ένα, ίσως και το πιο σοβαρό, ζήτημα είναι πρακτικές που μπορεί να είναι τυπικά νόμιμες και να συνδυάζονται με μια ωραία ιστορία, αλλά από πίσω ίσως να μην είναι τόσο ηθικές και να εξυπηρετούν άλλους σκοπούς.
Σε μια μικρή κοινωνία, η διαφάνεια και η πολυφωνία είναι ίσως οι πιο βασικές προϋποθέσεις για μια υγιή δημοκρατία.