Γιατί όσοι μεγάλωσαν τη δεκαετία του ’60 έχουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σήμερα;

Η «σκληρή» παιδική ηλικία του ’60 έκρυβε ένα απρόσμενο πλεονέκτημα – Τι έκαναν διαφορετικά οι γονείς τότε και τα παιδιά έγιναν πιο ανθεκτικά;

Ανάλογα με το πότε έχεις γεννηθεί, έχεις λάβει και ένα διαφορετικό είδος ανατροφής που έχει συμβάλει πολύ στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς σου και των περισσοτέρων χαρακτηριστικών. Αυτά είναι και τα χαρακτηριστικά που κάνουν τις χρονιές να διαφοροποιούνται μεταξύ τους με μία να φαίνεται πως είναι αρκετά πιο ανθεκτική από τις υπόλοιπες. Δεν το λέμε εμείς, αλλά ψυχολογικές έρευνες!

Σύμφωνα αυτές, λοιπόμ, το είδος ανατροφής των παιδιών της δεκαετίας του ’60 παρήγαγε κάτι απροσδόκητα συγκεκριμένο. Ο λόγος για έναν τύπο ανθεκτικότητας που γίνεται όλο και πιο σπάνιος στις επόμενες γενιές.

Το 1966, μια αναπτυξιακή ψυχολόγος με το όνομα Diana Baumrind δημοσίευσε μια μελέτη που θα άλλαζε τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε τη γονεϊκότητα. Η Baumrind εργαζόταν στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, στο Berkele και εκεί εντόπισε τρία διακριτά στυλ:

Η έρευνά της ήταν πρωτοποριακή!

Ωστόσο, υπάρχει κάτι σε εκείνη τη χρονική συγκυρία που πάντα εντυπωσιάζει τους ιστορικούς. Η γενιά που μεγάλωνε όσο η Baumrind έκανε την έρευνά της, δεν χρειαζόταν ένα θεωρητικό πλαίσιο για να καταλάβει τι της συνέβαινε. Απλώς, το ζούσε.

Όσοι μεγάλωσαν τη δεκαετία του 1960 μπορού να σου επιβεβαιώσουν πως η συναισθηματική άνεση δεν ήταν κάτι για το οποίο μιλούσαν ανοιχτά. Τα παιδιά εκείνης της εποχής -όπως και οι μεγάλοι- δεν επεξεργάζονταν τα συναισθήματά τους. Δεν υπήρχε επιβεβαίωση και επιβράβευση από τους γονείς, τους έλεγαν να σταματήσουν να κλαίνε, να βγουν έξω και να το βρουν μόνοι τους.

Σύμφωνα με ένα αυξανόμενο σώμα ψυχολογικής έρευνας, αυτό το συγκεκριμένο είδος ανατροφής παρήγαγε κάτι απροσδόκητα συγκεκριμένο, έναν τύπο ανθεκτικότητας που γίνεται όλο και πιο σπάνιος.

Πρέπει να υπερτονίσουμε πως δεν πρόκειται για εξιδανίκευση του παρελθόντος, καθώ έχει προκληθεί πολύ ζημιιά από τη σιωπή και τη συναισθηματική απόσταση που υπήρχε εκείνη την εποχή. Παρόλα αυτά, η έρευνα αξίζει προσοχής, γιατί τα όσα ανακαλύπτουν οι ψυχολόγοι για τη μείωση αυτής της ανθεκτικότητας μας λένε πολλά για τον κόσμο στον οποίο ζούμε σήμερα.

Το «πεδίο εκπαίδευσης»

Oι εμπειρίες είναι πάνω κάτω οι ίδιες για όλους που μεγάλωσαν το 1960. Ο συγγραφέας του άρθρου μιλάει για την δική του και αναφέρει:

«Ο πατέρας μου μεγάλωσε τη δεκαετία του 1960, σε εργατική τάξη, έξω από το Manchester. Ο πατέρας του δούλευε σε εργοστάσιο και ήταν ενεργός στο συνδικάτο. Η μητέρα του εργαζόταν στο λιανεμπόριο. Σε εκείνο το σπίτι κανείς δεν καθόταν να συζητήσει συναισθήματα στο τραπέζι. Συζητούσαν πολιτική, δουλειά και το αν τα πράγματα ήταν δίκαια ή όχι. Ο πατέρας μου δεν μιλούσε πολύ για τα παιδικά του χρόνια με συναισθηματικό τρόπο. Όμως οι ιστορίες που έλεγε είχαν έναν κοινό άξονα: πήγαινε μόνος του στο σχολείο, έλυνε τα προβλήματά του μόνος του. Αν τσακωνόταν με άλλο παιδί, κανένας γονιός δεν τηλεφωνούσε σε κανέναν. Το διαχειριζόταν ή όχι, και σε κάθε περίπτωση εμφανιζόταν την επόμενη μέρα. Αυτό δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο. Ήταν απλώς το πώς ήταν η παιδική ηλικία»

Αυτό που αναγνωρίζουν πλέον οι ψυχολόγοι είναι ότι αυτό το είδος ανεπίβλεπτης, αδόμητης εμπειρίας οικοδομούσε κάτι αρκετά σιωπηλά.

Ο ερευνητής ψυχολόγο,ς Peter Gray, που έχει αφιερώσει την καριέρα του στη μελέτη του ελεύθερου παιχνιδιού στο Boston College, υποστηρίζει ότι η μείωση της ανεξάρτητης δραστηριότητας των παιδιών από τη δεκαετία του 1960 και μετά, τα έχει καταστήσει αισθητά λιγότερο ανθεκτικά. Κατά τη διάρκεια δεκαετιών, καθώς η ελευθερία των παιδιών να παίζουν και να εξερευνούν χωρίς παρέμβαση ενηλίκων μειωνόταν, τα ποσοστά άγχους, κατάθλιψης και αυτοκτονίας στους νέους αυξάνονταν σταθερά.

Από αυτά βγάζουμε ένα κάπως άβολο συμπέρασμα… Αυτό που έμοιαζε με παραμέληση λειτουργούσε ως συναισθηματική εκπαίδευση.

Τι δίδαξε πραγματικά το «βρες το μόνος σου»;

Στην ψυχολογία υπάρχει μια έννοια που ονομάζεται «ανοχή στη δυσφορία» (distress tolerance). Αυτό είναι η ικανότητα να νιώθεις άσχημα χωρίς να χρειάζεται να σταματήσεις αμέσως. Δηλαδή, να κάθεσαι με τη δυσφορία χωρίς να σε καταστρέφει.

Τα παιδιά που μεγάλωσαν τη δεκαετία του 1960 εξασκούνταν καθημερινά σε αυτό, χωρίς κανείς να το ονομάζει έτσι. Περίμεναν για έχουν κάποια πράγματα. Για παράδειγμα, αν ήθελαν να δουν ένα πρόγραμμα, έπρεπε να είναι εκεί την ώρα που προβαλλόταν. Αν ήθελαν κάτι από ένα κατάστημα, έπρεπε να αποταμιεύσουν. Αν βαριόντουσαν, κανείς δεν τους έδινε μια οθόνη για να τα απασχολήσει.

Όπως εξήγησε ο Gray σε συνέντευξή του στο NPR, το παιχνίδι είναι ο τρόπος με τον οποίο τα παιδιά μαθαίνουν να κατευθύνουν τις δραστηριότητές τους, να διαπραγματεύονται με συνομηλίκους και να διαχειρίζονται μικρές μορφές εκφοβισμού. Όταν οι ενήλικες επιβλέπουν συνεχώς και παρεμβαίνουν, τότε τα παιδιά δεν έχουν ποτέ την ευκαιρία να αναπτύξουν αυτές τις δεξιότητες μόνα τους. Το αποτέλεσμα -όπως υποστηρίζει- είναι ότι οι πρώτες πραγματικές συναισθηματικές «καταιγίδες» να μην εμφανίζονται στα οκτώ, αλλά στα δεκαοκτώ. Εκείνη τη στιγμή, όμως, το παράθυρο για την ανάπτυξη ορισμένων μηχανισμών αντιμετώπισης έχει ήδη περιοριστεί σημαντικά.

Όπως σημειώνει ο αρθρογράφος:

«Σκέφτομαι τη γενιά του πατέρα μου και τον τρόπο που αντιμετώπιζαν τα πλήγματα: απολύσεις, προβλήματα υγείας, τη σταδιακή διάλυση των βιομηχανιών πάνω στις οποίες είχαν χτιστεί οι πόλεις τους. Δεν ήταν άτρωτοι στον πόνο. Όμως είχαν αυτό το βάρος, αυτή τη βαθιά σταθερότητα, που προερχόταν από δεκαετίες μικρών δυσκολιών χωρίς «διάσωση», που συσσωρεύονταν σε κάτι συμπαγές»

Η μετατόπιση του «κέντρου ελέγχου»

Στο σημείο αυτό, τα δεδομένα της έρευνας γίνονται ιδιαίτερα εντυπωσιακά!

Η έρευνα του Gray αναδεικνύει το έργο της ψυχολόγου Jean Twenge, η οποία ανέλυσε δεκαετίες δεδομένων σχετικά με αυτό που ονομάζεται «κέντρο ελέγχου» (locus of control). Αυτό μετρά αν κάποιος πιστεύει ότι έχει έλεγχο στη ζωή του (εσωτερικό) ή αν αισθάνεται ότι ελέγχεται από εξωτερικές δυνάμεις (εξωτερικό).

Η Twenge διαπίστωσε ότι μεταξύ 1960 και 2002 οι μέσοι όροι στους νέους μετατοπίστηκαν δραματικά προς την εξωτερική πλευρά της κλίμακας. Μέχρι το 2002, ο μέσος νέος ήταν πιο «εξωτερικά προσανατολισμένος», σε αντίθεση με το 80% των νέων της δεκαετίας του 1960 που ήταν «εσωτερικά προσανατολισμένοι». Αυτή η μετατόπιση συνέπεσε σχεδόν απόλυτα με την αύξηση της κατάθλιψης και του άγχους.

Με απλά λόγια, η γενιά που μεγάλωσε τη δεκαετία του 1960 δεν ένιωθε απλώς πιο σκληρή, είχε μια θεμελιωδώς διαφορετική σχέση με τη δική της δράση. Η γενιά αυτή πίστευε ότι μπορούσε να επηρεάσει ό,τι της συνέβαινε. Σύμφωνα με την έρευνα, αυτή η πεποίθηση αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους προστατευτικούς παράγοντες απέναντι στις ψυχικές ασθένειες.

Όπως συμπληρώνει ο συγγραφέας του άρθρου:

«Οι παππούδες μου έζησαν τον πόλεμο, και οι ιστορίες τους έκαναν την ιστορία να μοιάζει με κάτι που συνέβη σε πραγματικούς ανθρώπους, όχι απλώς σε βιβλία. Αυτή η οπτική μεταδόθηκε. Δεν καθόσουν να λυπάσαι τον εαυτό σου, γιατί είχες μεγαλώσει ακούγοντας για ανθρώπους που επέζησαν από πραγματικές καταστροφές με καθαρή θέληση και πείσμα. Αυτό επαναπροσδιόριζε το τι θεωρείται κρίση»

Η άνεση έχει κάποιο κόστος

Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι πρέπει να επιστρέψουμε στο να λέμε στα παιδιά να «σφίξουν τα δόντια». Η δεκαετία του 1960 παρήγαγε ανθεκτικότητα, ταυτόχρονα όμως έδωσε μια γενιά που συχνά δεν μπορούσε να μιλήσει για ό,τι την πλήγωνε. Η συναισθηματική καταστολή ήταν ο κανόνας και η ψυχική υγεία στιγματιζόταν. Υπήρχαν κάποια τυφλά σημεία που προκάλεσαν πραγματική ζημιά.

Η δεκαετία του 1960 έκανε κάποια πράγματα σωστά, αλλά αυτό γινόταν κατά λάθος. Την ίδια στιγμή, όμως, κάποια άλλα πράγματα γίνονταν πολύ λάθος εκ προθέσεως. Όμως, η υπερδιόρθωση αξίζει σκέψης.

Όπως είπε ο Gray στη Σχολή Εκπαίδευσης του Harvard, το παιχνίδι είναι ο τρόπος με τον οποίο τα παιδιά αναπτύσσουν τα χαρακτηριστικά που χρειάζονται για να γίνουν ανεξάρτητοι ενήλικες. Όταν τα προστατεύουμε από κάθε δυσκολία, δεν βοηθάμ στο να χτιστεί η αυτοπεποίθησή τους. Τους μεταδίδουμε σιωπηλά ότι δεν μπορούν να τα καταφέρουν μόνα τους.

Η γονεϊκή κουλτούρα της δεκαετίας του 1960 δεν είχε σκοπό να καλλιεργήσει συναισθηματική ανθεκτικότητα. Οι γονείς ήταν απλώς απασχολημένοι, πιεσμένοι, μέσα σε μια κουλτούρα που περίμενε από τα παιδιά να τα βγάζουν πέρα σε μεγάλο βαθμό μόνα τους. Ωστόσο, μέσα στο κενό, μέσα στην ανάγκη και την ικανοποίησή της, μέσα στο πρόβλημα και τη βοήθεια, διαμορφωνόταν κάτι ουσιαστικό.

Τι μας δείχνει αυτό για το σήμερα;

Ο αρθρογράφος συνοψίζει λέγοντας:

«Έχασα τον πατέρα μου πριν από λίγα χρόνια. Και στους μήνες που ακολούθησαν, σκεφτόμουν συχνά τι είδους άνθρωπος ήταν: σταθερός, ατάραχος με τρόπους που με εκνεύριζαν όταν ήμουν νεότερος, αλλά που εκτίμησα βαθιά μεγαλώνοντας. Δεν είχε ψυχοθεραπευτή, δεν κρατούσε ημερολόγιο, δεν έκανε διαλογισμό. Είχε όμως έναν πυρήνα που τον κρατούσε όρθιο μέσα από απολύσεις, δύσκολες περιόδους, και τη μεταμόρφωση της πόλης του καθώς οι δουλειές χάνονταν»

Υπήρξε προβληματικό σε κάποια σημεία; Πιθανώς. Θα μπορούσε να μιλήσει περισσότερο, να ανοιχτεί περισσότερο. Όμως, αυτή η εσωτερική σταθερότητα ήταν πραγματική και είχε μια προέλευση, μια παιδική ηλικία όπου κανείς δεν σε έσωζε από τη δυσφορία, γιατί κανείς δεν θεωρούσε ότι έπρεπε να σε σώσει από αυτήν.

Οι ψυχολόγοι δεν προτείνουν να αναπαράγουμε τη δεκαετία του 1960! Προτείνουν κάτι αρκετά πιο σύνθετο γιατί φαίνεται πως έχουμε αφαιρέσει τόση «τριβή» από τη σύγχρονη ζωή, ειδικά από την παιδική ηλικία, που έχουμε άθελά μας εξαλείψει το βασικό υλικό από το οποίο χτίζεται η ανθεκτικότητα. Η γενιά εκείνη δεν επέλεξε να είναι σκληρή. Διαμορφώθηκε από έναν κόσμο που δεν έδινε προτεραιότητα στη συναισθηματική άνεση. Παραδόξως, με αυτή την έλλειψη άνεσης της έδωσε κάτι που καμία καλοπροαίρετη παρέμβαση δεν μπορεί εύκολα να αναπαράγει.

Το συμπέρασμα από τις ψυχολογικές αυτές έρευνες είναι πως η ανθεκτικότητα δεν είναι χαρακτηριστικό προσωπικότητας. Είναι δεξιότητα και, όπως κάθε δεξιότητα, χρειάζεται εξάσκηση.

Η δεκαετία του 1960 παρείχε αυτή την εξάσκηση αυτόματα, καθώς ήταν ενσωματωμένη στην καθημερινή ζωή. Σήμερα, πρέπει να είμαστε πιο συνειδητοί. Αυτό δεν σημαίνει να γινόμαστε σκληροί με τον εαυτό μας ή τα παιδιά μας. Σημαίνει να αντιστεκόμαστε στην παρόρμηση να εξομαλύνουμε κάθε δυσκολία, να αφήνουμε τα μικρά προβλήματα να εξελίσσονται, να κατανοούμε ότι η ικανότητα να αντέχεις τη δυσφορία, να ανέχεσαι την αβεβαιότητα και να πιστεύεις ότι μπορείς να αντιμετωπίσεις ό,τι έρχεται δεν είναι έμφυτη.

Η ανθεκτικότητα είναι μία δεξιότητα που χτίζεται. Και χτίζεται, τις περισσότερες φορές, στις στιγμές όπου κανείς δεν έρχεται να βοηθήσει.

neolaia.gr