Η κλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή και η άνοδος της τιμής του πετρελαίου στα 100 δολάρια το βαρέλι εκτιμάται ότι θα επηρεάσουν το επόμενο διάστημα το κόστος παραγωγής και κατ’ επέκταση τις τιμές των αγροτικών προϊόντων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το περιβάλλον γεωπολιτικών πιέσεων και ενεργειακής αβεβαιότητας, ανατρέπει τα δεδομένα σε μια χρονική στιγμή που σύμφωνα τα τελευταία στοιχεία της Eurostat οι τιμές των αγροτικών προϊόντων κατέγραφαν πτώση.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία για τους δείκτες αγροτικών τιμών που δημοσιεύθηκαν χθες από τη Eurostat, το τέταρτο τρίμηνο του 2025 η μέση τιμή της αγροτικής παραγωγής μειώθηκε κατά 1,9% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2024. Η πτώση αυτή ακολούθησε τις αυξήσεις που είχαν σημειωθεί στα τρία προηγούμενα τρίμηνα του ίδιου έτους.
Αντίθετα, οι τιμές των αγαθών και υπηρεσιών που χρησιμοποιούνται στην αγροτική παραγωγή —όπως ενέργεια, λιπάσματα και ζωοτροφές— είχαν διατηρηθεί συνολικά αμετάβλητες σε σχέση με το τέταρτο τρίμηνο του 2024, με το κόστος των εισροών να εμφανίζει σχετική σταθερότητα σε όλη τη διάρκεια του 2025.
Σε επίπεδο κρατών-μελών, οι τιμές της αγροτικής παραγωγής υποχώρησαν στο τέταρτο τρίμηνο του 2025 σε 15 χώρες της ΕΕ. Τη μεγαλύτερη μείωση κατέγραψε το Βέλγιο με πτώση 12,9%, ενώ ακολούθησαν η Λιθουανία με 8,2% και η Γερμανία με 6,0%. Αντίθετα, αυξήσεις καταγράφηκαν σε 12 χώρες, με τις πιο έντονες στην Ιρλανδία (+6,8%), τη Σλοβενία (+5,6%) και τη Μάλτα (+4,2%).
Όσον αφορά τις τιμές των αγροτικών εισροών που δεν σχετίζονται με επενδύσεις, μειώσεις σημειώθηκαν σε 11 χώρες της ΕΕ, με την Κύπρο (-2,6%), το Βέλγιο (-2,1%) και τη Σουηδία (-2,0%) να καταγράφουν τις μεγαλύτερες πτώσεις. Στον αντίποδα, αυξήσεις σημειώθηκαν στη Λιθουανία (+4,2%), την Ιρλανδία (+3,3%) και τη Ρουμανία (+2,5%).
Σε επίπεδο προϊόντων, οι τιμές του γάλακτος στην Ευρωπαϊκή Ένωση μειώθηκαν κατά 4,1% το τελευταίο τρίμηνο του 2025 σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2024, ενώ ακόμη μεγαλύτερη ήταν η πτώση στα δημητριακά, που έφτασε το 8,9%. Παράλληλα, στις εισροές παραγωγής καταγράφηκε σημαντική αύξηση στις τιμές των λιπασμάτων και των βελτιωτικών εδάφους, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 7,9%, ενώ οι τιμές των ζωοτροφών και της ενέργειας μειώθηκαν κατά 2,7% και 1,7% αντίστοιχα.


