Kαστοριά: Άλλη μια απώλεια για την τάξη του ΄65

Πριν από λίγες μέρες η τάξη του ΄65 έχασε άλλον ένα συμμαθητή και φίλο τον Χρήστο Τσάτσο. Έναν υπέροχο άνθρωπο.

Από μικρός ορφανός από πατέρα, φτωχός σ΄ ένα χωριό της Καστοριάς, το Τοιχιό. Από τότε όμως αγωνιστής. Η φτώχεια δεν τον πτωούσε, αλλά τον ωρίμαζε πριν ακόμη ανδρωθεί. Μεγάλωνε σαν αετόπουλο που ήθελε να είναι ελεύθερο και περήφανο. Διάβαζε πολύ γιατί ήθελε να γίνει γιατρός. Η ζωή δεν του τα έφερε βολικά και βρέθηκε να δίνει εξετάσεις για την Γυμναστική Ακαδημία. Αγωνιζόταν στον στίβο, τρέξιμο, σκάμα, ύψος. Πόσοι ξέρουν για τότε ότι ο Γυμναστής – εξεταστής, πρόσεξε ότι ο Χρήστος αγωνιζόταν χωρίς παπούτσια , ξυπόλητος. Τον ρώτησε: “Που είναι τα παπούτσια σου; Γιατί δεν τα φοράς; “ Ο Χρήστος του έδειξε τα άσπρα πάνινα σε μια άκρη (τέτοια φορούσαμε τότε και όχι φίρμες) και του είπε: “εκεί είναι, δεν τα φοράω, μη τα χαλάσω γιατί δεν έχω άλλα”.
Ο εξεταστής, τον κοίταξε έντονα, και σοβαρός στα μάτια, ο Χρήστος ανταπέδωσε την ματιά περήφανα. Εκείνες τις στιγμές η ζωή έδωσε στο αετόπουλο το πρώτο μεγάλο πέταγμα. Αυτό μου το διηγήθηκες εσύ Χρήστο και βούρκωσα. Από τότε γίναμε φίλοι και “αδέλφια”.

Τότε Χρηστάκη, έγινες συνάδελφος των καθηγητών μας και συνέχισες να τους σέβεσαι όπως πρώτα. Εσύ αητέ πέταξες, το μυαλό σου όμως ήταν προσγειωμένο. Τελείωσες την Γυμναστική Ακαδημία, δημιούργησες οικογένεια με τις αξίες που είχες από μικρός. Λάτρευες την γυναίκα σου και τα δύο παιδιά σας. Τότε η ζωή σε ζήλεψε και έχασες την γυναίκα σου, στάθηκες βράχος για τα παιδιά σου.

Όταν συναντηθήκαμε μετά από 50 χρόνια δεν είχες αλλάξει. Ήσουνα ο ίδιος αγέρωχος, γελαστός, φιλικός Χρήστος.

Ώσπου μια μέρα πριν ένα χρόνο, ήρθες σπίτι μου και μας είπες ότι κάτι δεν πάει καλά με την υγεία σου. Το είπες γελαστά, όμως ο Αντώνης, ο άντρας μου, και εγώ χάσαμε την φωνή μας. Είπες: Θα το ξεπεράσω και όποτε σε ρωτούσαμε και εμείς και οι φίλοι μας, μας έλεγες: “άστε εμένα, εσείς τι κάνετε;”
Μήνα με τον μήνα, μέρα με την μέρα η υγεία σου χειροτέρευε κι όταν μας τηλεφώνησες, τον Αχιλλέα τον Μιρκόπουλο, τον Κώστα τον Τζιώτζη κι εμένα, να μας ευχαριστήσεις για το ενδιαφέρον μας και την παρέα που σου κάναμε, έστω και από το τηλέφωνο, τότε καταλάβαμε ότι πλησίαζες την Αχερουσία και ο βαρκάρης σου ζητούσε τον οβολόν σου. Δεν μπορούσαμε να το δεχτούμε. Όμως, όταν σε είδε στο Νοσοκομείο ο Νίκος ο Κοτόπουλος, επιβεβαίωσε τους φόβους μας. Σου τηλεφώνησα και είπες αδύναμα: “δεν έχω άλλο κουράγιο”. Η αγαπημένη σου Καιτούλα, η σύντροφός σου, φύλακας και άγγελος , σε φρόντιζε με αγάπη. Δεν άντεχες Χρηστάκη, έσβηνες. Κι όταν ο θεριστής σου έκανα ματ στο σκάκι της ζωής, έκλεισες με ικανοποίηση τα μάτια του, έφερε μια γύρα το δρεπάνι του…πήρες μια ανάσα, έδωσες ένα φιλί στην Καιτούλα σου και με την εκπνοή σου, αυτός ο σκληρός έκοψε το φυτίλι της ζωής σου.

Έφυγες, έτσι απλά ήρεμα. Πέταξες πάλι αητέ, αυτή την φορά πάρα πολύ ψηλά, μέχρι την γειτονιά των αγγέλων!…

Εκεί, που άνθρωποι σαν εσένα, ναι! Εκεί που τους πρέπει να ΄ναι!

Τα χάσαμε, δεν ξέραμε τι να πούμε. Ο Νίκος, ο Δημήτρης, ο Αχιλλέας, η Σάσα, η Κατίνα, εγώ μιλούσαμε και κλαίγαμε.

Χρήστο μπορείς να δεις την θλίψη μας; Ν΄ ακούσεις το κλάμα μας; Όχι, πετάς πολύ ψηλά. Κλαίμε, γιατί δεν είσαι από τους ανθρώπους που ξεχνούνται εύκολα. Δεν ξεχνιούνται οι απόψεις σου και η λογική σου, η δικαιοσύνη σου, ο αυτοσεβασμός σου, η ευγένεια της ψυχής σου. Άφισες μεγάλο κενό στις ζωές των παιδιών σου, που λάτρευες, της Καιτούλας σου που υπεραγαπούσες και σε μας τους συμμαθητές και φίλους σου.

Σ΄ ευχαριστώ Χρήστο για την φιλία σου, τις συμβουλές σου. Σ΄ ευχαριστώ που μοιράστηκες μαζί μου στιγμές της ζωής σου.

Κλαίω, όχι για να με δούνε, αλλά γιατί μου λείπεις ΚΑΙ θα μου λείπεις. Κλαίω, γιατί δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν υπάρχεις γύρω μας, να μας πειράξεις, ν΄ ακούσουμε το βραχνό αλλά χαρούμενο γέλιο σου.

Κλαίω, και σου λέω ΑΝΤΙΟ ΦΙΛΕ και “αδελφέ”

Ειρήνη
Δημητρίου – Τσακίρη
Για την τάξη του ΄65