Υπάρχει μια στιγμή, λίγο μετά το τέλος κάθε εκδήλωσης στην Καστοριά, που η πόλη μοιάζει να παίρνει μια βαθιά ανάσα. Είναι η στιγμή που τα φώτα χαμηλώνουν, ο κόσμος σκορπίζει στα στενά και η φασαρία του χειροκροτήματος γίνεται μια μακρινή ηχώ. Τότε, μέσα στη γλυκιά ησυχία που αφήνει πίσω της η γιορτή, αρχίζουν να ακούγονται κάποια άλλα βήματα.
Της Ελένης Κωστοπούλου
Είναι τα βήματα εκείνων που δεν βρέθηκαν ποτέ στις πρώτες σειρές των επισήμων.
Θα τους δεις να μένουν πίσω όταν οι άλλοι φεύγουν. Με μια σχεδόν ιεροτελεστική ηρεμία, μαζεύουν καρέκλες, τακτοποιούν τον χώρο, κουβαλούν το βάρος της επόμενης μέρας και, τελικά, κλειδώνουν τελευταίοι την πόρτα. Δεν αναζήτησαν ποτέ το κέντρο της φωτογραφίας ούτε έστρεψαν το βλέμμα προς τις κάμερες. Κι όμως, αυτοί οι «αόρατοι» άνθρωποι είναι το αθόρυβο θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται κάθε ζωντανό κύτταρο του τόπου μας.
Αυτή η σιωπηλή προσφορά, σε μια εποχή που όλα μοιάζουν να μετριούνται με την προβολή, μοιάζει με μια βαθιά κατάθεση ψυχής.
Είναι οι άνθρωποι που θα τρέξουν για ένα αδέσποτο μέσα στο κρύο, που θα φροντίσουν το περιβάλλον αθόρυβα, που θα αφιερώσουν τον ελεύθερο χρόνο τους για να μείνει όρθιος ένας σύλλογος, μια δομή, μια ιδέα. Το κάνουν όχι γιατί πρέπει, αλλά γιατί δεν μπορούν να φανταστούν την πόλη τους χωρίς αυτή τη φροντίδα.
Στις μικρές κοινωνίες, ο εθελοντισμός είναι η απόδειξη πως μια πόλη δεν είναι μόνο οι δρόμοι και τα κτίριά της, αλλά το ενδιαφέρον που δείχνουμε ο ένας για τον άλλον όταν τα φώτα σβήνουν. Είναι ο προσωπικός κόπος που γίνεται προσφορά, χωρίς την προσδοκία ανταλλάγματος.
Ίσως τελικά η πραγματική αρχοντιά της Καστοριάς να κρύβεται ακριβώς εκεί: στο παρασκήνιο. Σε εκείνους τους συμπολίτες μας που κρατούν διακριτικά τη φλόγα της ανθρωπιάς αναμμένη, θυμίζοντάς μας πως το πιο δυνατό αποτύπωμα στη ζωή δεν το αφήνει αυτός που φαίνεται περισσότερο, αλλά εκείνος που νοιάζεται αληθινά.


