Ημερολόγιο ψηφιακής αυτοεξορίας. Η απεξάρτησή μου από τα social media σε δεκατρία βήματα
1. Το τικ του καπνιστή
Τον πρώτο μήνα από τότε που έκοψα κάθε επαφή με τα social media, έκανα κάθε τόσο την ίδια μηχανική κίνηση: άπλωνα το χέρι να πιάσω το κινητό. Οπως κάποιοι φρέσκοι πρώην καπνιστές, που φέρνουν τα δύο δάχτυλά τους στο στόμα, λες και κρατούν ακόμη αναμμένο τσιγάρο. Εκανα την κίνηση, αλλά αμέσως άφηνα και πάλι το κινητό στο τραπέζι – δεν υπήρχε πια τίποτα να δω. Είχα διαγράψει τελείως τον λογαριασμό μου από το Facebook, ενώ εκείνον του Instagram τον είχα αφήσει σε ένα λίμπο: υπάρχει ακόμη, αδρανής, σαν σε ύπνωση. Το Twitter –νυν Χ– και το TikTok δεν με απασχόλησαν ποτέ.
2. Γλυκιά λήθη
Αυτή η μηχανική κίνηση του εθισμένου κράτησε περίπου ένα μήνα. Ισως λίγο λιγότερο. Ενα σωματικό αντανακλαστικό που ατρόφησε. Ωστόσο, δεν μου έλειψε τίποτα τελικώς. Ούτε σε ταξίδια ούτε σε θάλασσες, σε διαβάσματα ή ακούσματα, δεν με επισκέφθηκε η νοσταλγία για το avatar που είχα (και εγώ) δημιουργήσει.
3. Ορφανές επαφές
Μέσα σε εκείνο τον πρώτο μήνα της αποχής δέχθηκα διάφορα μηνύματα. Μου έγραφαν: Γιατί με διαγράψατε από φίλο; Γιατί με μπλοκάρατε; Με μπλοκάρατε επειδή δεν συμφωνούμε πολιτικά; Τέτοια. Τους απάντησα: Δεν διέγραψα εσάς, δεν μπλόκαρα εσάς· διέγραψα τον εαυτό μου, μπλόκαρα τον εαυτό μου. Ορισμένοι εξέφρασαν την έκπληξή τους. Μα πώς; Γιατί; Πώς μου ‘ρθε; Κάποιοι, λιγότεροι, είπαν κάτι που θα άκουγα συχνά μέσα στα επόμενα χρόνια: Την καλύτερη δουλειά έκανες, μπράβο. Γλίτωσες κ.ο.κ. (Στο μεταξύ, οι ίδιοι άνθρωποι συνεχίζουν μια χαρά στα social έως σήμερα.)
Υπήρξαν μερικοί ακόμη που ήταν πιο ζεστοί: Θα μας λείψουν οι αναρτήσεις σας για μουσική, για τα άστρα, για διαβάσματά σας. Ή: Και τώρα, πώς θα βρίσκουμε τα κείμενά σας; Αυτό το τελευταίο είχε ενδιαφέρον διότι η απάντηση ήταν εύκολη: Μα από την εφημερίδα. Δεν πήρα τα βουνά, ξέρετε, από τα social βγήκα. Αλλά ήταν σαν να μιλούσα στο κενό και αυτό μάλλον κάτι λέει για την επιδραστικότητα των εφημερίδων τα τελευταία χρόνια.
4. Υπάρχεις ακόμη;
Δεν πήρα τα βουνά. Αλλά όταν έπειτα από ένα – δύο χρόνια με συνάντησε σε εκδήλωση ένα δημόσιο πρόσωπο το οποίο εκτιμώ και συμπαθώ, μόλις με είδε αναφώνησε αυθόρμητα: Μα πού είσαι εσύ; Πού χάθηκες; Υπάρχεις ακόμη; Απόμεινα σκεφτικός. Did I take the mountains και δεν το είχα καταλάβει;
5. Το τραύμα του 2015
Από τα social αποχώρησα το 2022, αλλά μέσα μου το μελετούσα χρόνια πριν. Το χρειάζεσαι για τη δουλειά σου στην εφημερίδα, μου έλεγαν φίλοι και γνωστοί. Το έχεις ανάγκη ως συγγραφέας. Τα επιχειρήματά τους ήταν μάλλον πειστικά. Αλλά πιο πειστικός ήταν ίσως ο ίδιος ο εθισμός, που ήταν υπόγειος, αόρατος, αθόρυβος. Και αυτό παρότι δεν ήμουν από τους χρήστες που τσακωνόμουν διαδικτυακά. Πολύ σπάνια συνέβη και όλες τις φορές το μετάνιωσα, είτε είχα δίκιο είτε άδικο. Το δύσκολο 2015 είχα τσακωθεί και είχα διαγράψει φίλους από το Facebook για πολιτικούς λόγους. Σχεδόν όλοι πατήσαμε τότε την μπανανόφλουδα της τοξικής αντιπαράθεσης με τα μνημόνια και το δημοψήφισμα.
Είδα τη φάτσα μου να φιγουράρει σε βραχύβιο έντυπο πολεμικής διάθεσης: με στοχοποιούσε ως «ακραίο κέντρο». Δεν έχω καμία αμφιβολία σήμερα: Παραμένοντας πιστός στον κύκλο τού «Μένουμε Ευρώπη» και του «Ναι» στο δημοψήφισμα, ένιωσα και νιώθω ακόμη ότι βρέθηκα στη «σωστή πλευρά της Ιστορίας» (για να ανατρέξω στο γνωστό κλισέ). Το ότι διέγραψα όμως κόσμο στο Facebook εξαιτίας της έντασης τότε, το θεωρώ ακόμη ως μία από τις πιο χαμηλές μου στιγμές (από αυτές τουλάχιστον που μπορώ να εξομολογηθώ δημοσίως…).
Οι «Ιανοί» φίλοι μου – Ο κύκλος μου είχε απλώς κλείσει, ειδικά όταν έβλεπα να μου κάνουν like οι ίδιοι άνθρωποι που έκαναν like σε άλλους που με λοιδορούσαν – μέσα στην ίδια ημέρα! Στο Facebook, ψόγος και έπαινος δεν έχουν την παραμικρή σημασία.
6. Like και αντι-like
Κάποιος έγραψε ότι βγήκα από το Facebook επειδή εκείνη την εποχή είχε βγει προσωρινά και η συνάδελφος Ξένια Κουναλάκη, καθώς δεχόταν ανηλεές ψηφιακό μπούλινγκ. Με τιμούσαν με αυτό που έγραφαν, αλλά δεν το έκανα για την αγαπημένη Ξένια. Oχι, ο λόγος ήταν καθαρά ιδιοτελής και αφορούσε τη δική μου προσωπική δυσφορία και αδυναμία να συνεχίσω να βρίσκομαι μέσα εκεί. Ο κύκλος μου είχε απλώς κλείσει, ειδικά όταν έβλεπα να μου κάνουν like οι ίδιοι άνθρωποι που έκαναν like σε άλλους που με λοιδορούσαν – μέσα στην ίδια ημέρα (!). Στο Facebook, ψόγος και έπαινος δεν έχουν την παραμικρή σημασία και η όποια ουσιαστική επιδοκιμασία, ή και κριτική, θάβεται κάτω από τους ψηφιακούς τόνους του θορύβου και της ανάγκης για αποδοχή (της τάσης που υπαγορεύει: Κάνε like σε όλους, κάτι θα μείνει).
7. O ορυμαγδός
Η απόφαση με βρήκε σαν έτοιμο από καιρό (άλλο κλισέ) όταν προέκυψε ένα δικό μου άρθρο γνώμης που ξαστόχησε διότι έκανα το λάθος να το γράψω αβασάνιστα. Ξαστόχησε όχι επί της αρχής του, αλλά στα σημεία. Κι όταν ένα κείμενο 400 λέξεων έχει δύο – τρία τρωτά σημεία, τότε γίνεται προβληματικό. Το πλήρωσα φυσικά. Οχι τόσο επειδή δέχθηκα έναν ορυμαγδό διαδικτυακού μπούλινγκ για περίπου μία εβδομάδα, αλλά επειδή κάποιοι σοβαροί άνθρωποι που με διάβαζαν τακτικά στενοχωρήθηκαν. Σε αυτούς απευθύνθηκα με μια δευτερολογία μου.
8. Σαν ήδη χαμένο
Φυσικά, το να διακόψεις από τα social δεν σημαίνει ότι μπορείς να προστατευθείς από όλο αυτόν τον θόρυβο από τη στιγμή που συνεχίζεις να γράφεις δημοσίως. Αλλά οπωσδήποτε έχεις περισσότερη ησυχία και, κυρίως, δεν πέφτεις στην παγίδα να ζεις τις φτιασιδωμένες ζωές των άλλων χωρίς να το πολυκαταλαβαίνεις. Ισως να με «έσωσε» το ότι δεν ξέρω τι θα πει FOMO. Νομίζω το Ταλμούδ λέει πως ό,τι είναι προορισμένο να χαθεί είναι σαν να έχει ήδη χαθεί. Οπότε πήγα παρακάτω.
9. Ταρκόφσκι και Πάνια
Νομίζω πάντως ότι δεν ήμουν καλός χρήστης των social έτσι κι αλλιώς. Πρώτα απ’ όλα, δεν έχω άποψη. Σίγουρα δεν έχω άποψη για τα πάντα και για οτιδήποτε. Εχουν υπάρξει χρήστες που έχουν άποψη για το «Master Chef», για το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, για την Μπρίτνεϊ Σπίαρς, για την κλιματική αλλαγή, για την τεχνητή νοημοσύνη, για το «Παρά πέντε», για τον Ταρκόφσκι, για την Αννίτα Πάνια – ο κατάλογος είναι ατελείωτος. Οπωσδήποτε δεν έχω καμία τέτοια ικανότητα. Το άλλο μειονέκτημά μου είναι ότι η γνώμη μου συχνά είναι κάπως ευμετάβλητη.
Διαβάζω απόψεις συναδέλφων στην εφημερίδα και συμφωνώ μαζί τους. Την επομένη διαβάζω μια αντίθετη άποψη πάνω στο ίδιο θέμα και πιάνω τον εαυτό μου να πείθεται και από αυτήν. Δεν γίνεται δουλειά έτσι όμως. Εντάξει· όλα τα παραπάνω ακούγονται νηφάλια και σεμνά. Από κάτω ωστόσο κρύβεται και μια κάποια δολιότητα. Ας την εξομολογηθώ: Εχω βαρεθεί να διαβάζω γνώμες και απόψεις. Υπάρχει μια γνωστή και πολύ πρόστυχη αμερικανική φράση για τις απόψεις. Θα μνημονεύσω το δεύτερο μέρος της μόνον εδώ: όλοι έχουμε από μία. Αποψη, θέλω να πω.
Η αξία της απουσίας – Ακούω αυτό το «Μας λείψατε», αλλά σκέφτομαι πως είναι ωραίο να λείπεις από κάποιους. Η απουσία σου να σημαίνει κάτι, ελάχιστο έστω, σε έναν κόσμο όπου τα πάντα είναι παρουσία (ψευδεπίγραφη, αλλά πάντως εκκωφαντική).
10. Ας υπάρχει
Εκανα μια δειλή απόπειρα να ενεργοποιήσω ξανά το Instagram, το οποίο δεν με κούρασε ποτέ είναι η αλήθεια. Κατά καιρούς επαναφέρω την εφαρμογή στο κινητό και χαζεύω λίγο. Πρόσφατα έκανα μια εκκαθάριση, κράτησα μόνο να παρακολουθώ λογαριασμούς οργανισμών και ομάδων που με ενδιέφεραν συγγραφικά και δημοσιογραφικά, δίχως την παραμικρή διάθεση να κάνω ο ίδιος ανάρτηση. Είναι κάπου εκεί, αλλά δεν είναι μέρος της ζωής μου πια.
11. Δίχως πάθος
Οχι, δεν βλέπω τα social σαν «όργανο του σατανά». Ημουν ενεργός σε αυτά από το 2007 έως το 2022. Μου έδωσαν πράγματα, εισέπραξα και τη λεγόμενη «καλοσύνη των ξένων», κυρίως σε μια μεγάλη περίοδο περίπου δύο χρόνων μιας μεγάλης οικογενειακής κρίσης υγείας. Τα social έχουν επίσης παίξει ουσιαστικό ρόλο στον πολιτικό και κοινωνικό ακτιβισμό. Εχουν επιπλέον βοηθήσει ανθρώπους που υπέφεραν από μοναξιά. Δημιούργησαν ομάδες, παρέες. Δεν είναι μικρά πράγματα αυτά. Οπότε δεν αποτίναξα τον σατανά από πάνω μου, σαν να έκανα εξορκισμό. Eκλεισα απλώς έναν κύκλο που ένιωθα από καιρό ότι είχε κλείσει. Αν ξανανοίξει άλλος στο μέλλον μαζί τους, δεν το ξέρω.
12. Ξανακερδισμένος χρόνος
Αν βρήκα περισσότερο χρόνο για διάβασμα; Ναι. Για αυτοσυγκέντρωση; Ναι – αν και η εποχή είναι εχθρός της συγκέντρωσης, της ιδιωτικότητας, της απομόνωσης, της υγιούς μοναχικότητας, ανεξαρτήτως social. Αν με έβλαψε επαγγελματικά η αποχή μου; Δεν ξέρω· ίσως. Αν διάβασαν λιγότεροι κάποιο άρθρο ή και βιβλίο μου; Και πάλι, δεν ξέρω· πιθανώς. Σίγουρα κάτι χάθηκε. Αλλά έχω άλλες προτεραιότητες μάλλον.
13. Καλύτερα να λείπεις
Τέσσερα σχεδόν χρόνια μετά την ψηφιακή μου αυτοκτονία (εντάξει, υπερβάλλω, αλλά δεν έχω υπογράψει και συμβόλαιο με τη μετριοπάθεια), ακόμη βρίσκονται άνθρωποι που μου λένε: «Μας έχουν λείψει οι αναρτήσεις σας». Λίγοι είναι, για να εξηγούμαστε. Ακούω αυτό το «Μας λείψατε», αλλά σκέφτομαι πως είναι ωραίο να λείπεις από κάποιους. Η απουσία σου να σημαίνει κάτι, ελάχιστο έστω, σε έναν κόσμο όπου τα πάντα είναι παρουσία (ψευδεπίγραφη, αλλά πάντως εκκωφαντική).
Η συχνή τριβή όπως ξέρουμε οδηγεί στην απομάγευση. Να ένα κακό των social: μας έχουν καταστήσει όλους θύματα μιας απομάγευσης που δεν ξέρω αν τη χρειαζόμασταν – όχι σε αυτόν τον βαθμό έστω. Μικρή χώρα είμαστε, όλοι γνωριζόμασταν μεταξύ μας λίγο – πολύ, πολύ πριν έρθουν τα social. Δεν ξέρω· νομίζω καλό είναι να λείπεις σε κάποιους και να σου λείπουν κι εσένα. Απουσία δεν σημαίνει κενό. Απόσταση δεν σημαίνει κενό. Η Φυσική δεν δέχεται το κενό στο σύμπαν εξάλλου.


