Μισθοί για κλάματα: Κάτω από το μισό του ευρωπαϊκού μέσου, ένας στους τρεις εργαζόμενος με 1000 μικτά

Η εικόνα των μισθών στην Ελλάδα συνεχίζει να κινείται ανάμεσα στους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς και την καθημερινότητα των εργαζομένων – και η απόσταση μεταξύ των δύο παραμένει αισθητή. Παρά τις αναφορές σε «βελτίωση των εισοδημάτων» και «επιστροφή στην κανονικότητα», τα στοιχεία δείχνουν ότι για ένα μεγάλο μέρος των μισθωτών το τέλος του μήνα εξακολουθεί να βγαίνει με δυσκολία.

Τα δεδομένα από το πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ είναι αποκαλυπτικά. Ο μέσος μεικτός μισθός το 2025 αυξήθηκε ονομαστικά στα 1.363 ευρώ από 1.342 ευρώ το 2024. Μια αύξηση της τάξης του 1,56%, η οποία όμως εξαφανίζεται μόλις ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός. Με τις τιμές να «τρέχουν» με ρυθμό περίπου 2,5%, η πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων μειώθηκε. Με απλά λόγια, οι μισθοί αυξήθηκαν στα χαρτιά, αλλά στην πράξη οι εργαζόμενοι αγόρασαν λιγότερα.

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο πιεστική αν δει κανείς πώς κατανέμονται οι αποδοχές. Πάνω από το ένα τρίτο των εργαζομένων (36,5%) εξακολουθεί να λαμβάνει έως 1.000 ευρώ μεικτά. Για αυτή την κατηγορία, η ακρίβεια δεν είναι στατιστικό μέγεθος αλλά καθημερινή εμπειρία. Τρόφιμα, ενοίκια, ενέργεια και μετακινήσεις απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια για οτιδήποτε πέρα από τα απολύτως αναγκαία. Οι αυξήσεις στα σούπερ μάρκετ και η εκτόξευση των ενοικίων, ιδίως στα αστικά κέντρα, λειτουργούν ως μόνιμος μηχανισμός πίεσης στα χαμηλότερα εισοδήματα.

Η σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνειών. Ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση ξεπερνά τα 3.100 ευρώ τον μήνα, περισσότερο από διπλάσιος σε σχέση με την Ελλάδα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, ο μέσος ετήσιος μισθός στη χώρα μας για το 2024 ανήλθε σε 17.954 ευρώ, κατατάσσοντας την Ελλάδα προτελευταία στην ΕΕ, πάνω μόνο από τη Βουλγαρία. Πρόκειται για μια κατάταξη που δύσκολα συμβιβάζεται με το αφήγημα της «σύγκλισης».

Δεκαπέντε χρόνια μετά την έναρξη της δημοσιονομικής κρίσης, η πλήρης αποκατάσταση των εισοδημάτων παραμένει ανεκπλήρωτος στόχος. Το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών εξακολουθεί να βρίσκεται περίπου 15% χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2009. Μαζί με την Ιταλία, η Ελλάδα ανήκει στις ελάχιστες χώρες της ΕΕ που δεν έχουν καταφέρει να επιστρέψουν στα προ κρίσης επίπεδα αγοραστικής δύναμης, παρά τα χρόνια ανάπτυξης που μεσολάβησαν.

Την ίδια ώρα, οι προσδοκίες για βελτίωση μέσω των συλλογικών συμβάσεων μετατίθενται στο μέλλον. Ο ευρωπαϊκός στόχος για κάλυψη του 80% των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις τοποθετείται προς το τέλος της δεκαετίας, γεγονός που σημαίνει ότι οι άμεσες αυξήσεις μισθών δεν είναι εξασφαλισμένες. Μέχρι τότε, η «ανάπτυξη» κινδυνεύει να παραμείνει ένα μακροοικονομικό αφήγημα χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα στο πορτοφόλι των εργαζομένων.

Η συνολική εικόνα είναι σαφής: η μακροοικονομική σταθερότητα δεν εγγυάται από μόνη της καλύτερο βιοτικό επίπεδο. Χωρίς αυξήσεις μισθών που να υπερβαίνουν σταθερά την ακρίβεια και χωρίς μείωση του χάσματος με την υπόλοιπη Ευρώπη, οι απώλειες της προηγούμενης δεκαπενταετίας θα συνεχίσουν να βαραίνουν τα ελληνικά νοικοκυριά – όσο αισιόδοξες κι αν είναι οι επίσημες δηλώσεις.

topontiki.gr