Όπως ανακοινώθηκε από το υπουργείο Ανάπτυξης, «η κυρία Αννα Στρατινάκη δεν θα τοποθετηθεί στη θέση του υποδιοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου της Αγοράς στο πεδίο του Συνηγόρου του Καταναλωτή, καθώς υπέβαλε την παραίτησή της για οικογενειακούς λόγους υγείας, όπως η ίδια αναφέρει στην επιστολή της».
Η κ. Στρατινάκη είχε αναλάβει το 2024 χρέη Συνηγόρου του Καταναλωτή. Ο Συνήγορος φέτος αναβαθμίζεται σε Ανεξάρτητη Αρχή και θα συνέχιζε ως υποδιοικήτρια. Λόγω των εξελίξεων με την υπόθεση διασπάθισης κονδυλίων και την εμπλοκή του συζύγου της σε αυτή, προχώρησε στην επιστολή με την οποία δηλώνει ότι δεν θα συνεχίσει με τον ρόλο που της ανατέθηκε.
Σύμφωνα με πληροφορίες, σε διαθεσιμότητα από την ΕΡΤ έχει τεθεί και ο δημοσιογράφος που πάγωσαν οι λογαριασμοί του μιας και το όνομά του επίσης εμπλέκεται στην υπόθεση υπεξαίρεσης των εκατομμυρίων για την οποία κατηγορείται και ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ.
Πώς δρούσε το δίκτυο Παναγόπουλου
Διακίνηση κρατικών και ευρωπαϊκών κονδυλίων μέσω δικτύου εταιρειών-οχημάτων, απευθείας αναθέσεις σε αναδόχους κατάρτισης που δεν διέθεταν τεχνικά μέσα ή προσωπικό, πληρωμές με μετρητά και περίπου 2,1 εκατομμύρια ευρώ τα οποία άλλαξαν χέρια χωρίς νόμιμη αιτιολογία, ή και για υπηρεσίες που δεν παρασχέθηκαν ενδεχομένως ποτέ…
Κάπως έτσι περιγράφεται ότι λειτουργούσε επί χρόνια το σχήμα διασπάθισης δημοσίου χρήματος, το οποίο εντόπισε η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων, στην υπόθεση στην οποία εμπλέκει και τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ Γιάννη Παναγόπουλο, μαζί με άλλα πέντε φυσικά πρόσωπα, για τα οποία κρίνει ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις πως, από κοινού και σε συνεργασία, προέβησαν στη διάπραξη κακουργηματικής υπεξαίρεσης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση.
Στις 3 Φεβρουαρίου 2026, η Αρχή εξέδωσε διάταξη δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων, μετά από πόρισμα που διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Η υπόθεση αφορά έξι φυσικά πρόσωπα -καθώς και σειρά εταιριών μέσω των οποίων φέρεται να διακινήθηκαν τα επίμαχα κεφάλαια- για τα οποία, από τη συνεκτίμηση των στοιχείων, η Αρχή διαπιστώνει πως προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι ανέπτυξαν κοινή και συντονισμένη δράση, για τη διάπραξη υπεξαίρεσης και την τέλεση του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες κατ’ επάγγελμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 4557/2018 και του Ποινικού Κώδικα.
Ο ρόλος του προέδρου της ΓΣΕΕ
Ως κεντρικό πρόσωπο της έρευνας της Αρχής εμφανίζεται ο Γιάννης Παναγόπουλος, ο οποίος, υπό την ιδιότητά του ως προέδρου της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας και συνδεδεμένων φορέων (όπως το Ινστιτούτο Εργασίας και τα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης της ΓΣΕΕ), φέρεται να συμμετείχε σε υπεξαίρεση κεφαλαίων που προέρχονταν από επιχορηγήσεις και ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις για την υλοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Οι φορείς αυτοί διαχειρίζονται σημαντικά κονδύλια από δημόσιους και ευρωπαϊκούς πόρους, προορισμένα για την επαγγελματική κατάρτιση εργαζομένων.
Οι «εταιρείες-οχήματα» και τα μετρητά
Από την έρευνα της Αρχής προκύπτει ότι η διαχείριση των κονδυλίων γινόταν μέσω ανάληψης έργων, είτε με απευθείας αναθέσεις είτε κατόπιν διαγωνιστικών διαδικασιών, σε συγκεκριμένες εταιρείες προβολής και επικοινωνίας, εκδόσεων, συμβούλων διαχείρισης κεφαλαίων κ.ά, οι οποίες ενίοτε και εναλλάσσονταν μεταξύ τους στις «δουλειές».
Σύμφωνα με πληροφορίες, η τακτική την οποία η Αρχή διαπίστωσε ότι ακολουθούσαν, ήταν η εξής:
* τα νομικά πρόσωπα της ΓΣΕΕ , διέθεταν κονδύλια για την υλοποίηση προγραμμάτων κατάρτισης.
* οι εταιρείες – ανάδοχοι συνήπταν συμβάσεις, εισπράττοντας σε μετρητά μέρος των κεφαλαίων χωρίς νόμιμη αιτία, που είχαν πιστωθεί από το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
* ορισμένες εξ αυτών στερούνταν του απαραίτητου προσωπικού για την ουσιαστική υλοποίηση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, γεγονός που, κατά την Αρχή, καταδεικνύει ότι είχαν το ρόλο των εταιριών «οχημάτων» για τη διακίνηση κεφαλαίων.
* τα ποσά κατέληγαν παράνομα στους πραγματικούς δικαιούχους των εταιριών και στον κύριο Παναγόπουλο.
* το ύψος των κονδυλίων που φέρεται να διακινήθηκε με τις δραστηριότητες εκτιμάται ότι υπερβαίνει το ποσό των 2.096.344,19 ευρώ.
Με βάση τις ενδείξεις αυτές, η Αρχή έκρινε ότι προκύπτουν βάσιμες υπόνοιες πως οι ύποπτοι ιδιοποιήθηκαν παρανόμως το ποσό αυτό και, στη συνέχεια, το ανέμειξαν με άλλα, νομίμως κατεχόμενα απ’ αυτούς περιουσιακά στοιχεία. Το χρησιμοποίησαν στις εν γένει οικονομικές δραστηριότητές τους και το κατείχαν επί μακρόν, σκοπεύοντας στη νομιμοποίησή του, συγκαλύπτοντας έτσι την αληθή προέλευσή του ώστε να καθίσταται αδύνατος ο εντοπισμός και η δέσμευσή του.


