Κάθε άνοιξη, σε πολλές μικρές πόλεις της επαρχίας επαναλαμβάνεται το ίδιο βουβό σκηνικό: βαλίτσες ετοιμάζονται, εισιτήρια κλείνονται και μια ολόκληρη γενιά αποχαιρετά τον τόπο της. Για τους περισσότερους, η φυγή προς τους τουριστικούς προορισμούς δεν αποτελεί μια καλοκαιρινή περιπέτεια, αλλά μια επιτακτική αναγκαιότητα.
Της Eλένης Κωστοπούλου
Στην Καστοριά, όπως και σε άλλες περιοχές της επαρχίας, η «σεζόν» έχει καθιερωθεί πλέον ως ένας άτυπος κανόνας επιβίωσης. Είναι η μόνη διέξοδος για νέους ανθρώπους που βλέπουν τις ευκαιρίες εργασίας στον τόπο τους να στερεύουν. «Δεν υπάρχει κάτι άλλο εδώ», αναφέρει μια 24χρονη που ετοιμάζεται για ακόμα μια χρονιά σε κάποιο νησί. «Φεύγω τον Μάιο και γυρίζω τον Οκτώβριο. Μετά βλέπουμε».
Πίσω από κάθε τέτοια αναχώρηση κρύβεται μια παρόμοια ιστορία. Η εργασία στον τουρισμό προσφέρει μεν ένα εισόδημα που δύσκολα εξασφαλίζεται στην επαρχία, αλλά το τίμημα είναι βαρύ: εξαντλητικά ωράρια, έντονη πίεση και συνθήκες διαβίωσης που συχνά απέχουν πολύ από το ιδανικό. «Δουλεύουμε 10–12 ώρες τη μέρα, χωρίς ρεπό», λέει μια 22χρονη. «Γυρνάμε στο δωμάτιο μόνο για να κοιμηθούμε».
Αυτή η ιδιότυπη πραγματικότητα χωρίζει τον χρόνο στα δύο. Από τη μία, οι εξαντλητικοί ρυθμοί και η αδιάκοπη κίνηση του καλοκαιριού, από την άλλη, η επιστροφή στον ήσυχο χειμώνα της πόλης, όπου οι προοπτικές παραμένουν στάσιμες. «Είναι σαν να ζεις δύο ζωές μέσα σε έναν χρόνο», εξηγεί ένας 28χρονος εργαζόμενος στην εστίαση. «Το καλοκαίρι τρέχεις, τον χειμώνα περιμένεις».
Πέρα από τους αριθμούς και τα οικονομικά μεγέθη, υπάρχει και το προσωπικό κόστος. Σχέσεις που δοκιμάζονται από την απόσταση, οικογένειες που μοιράζονται μόνο λίγους μήνες τον χρόνο και μια καθημερινότητα που στερείται σταθερότητας. Αυτό που ξεκινά ως μια πρόσκαιρη ευκαιρία, καταλήγει συχνά να γίνεται ένας τρόπος ζωής που κανείς δεν επέλεξε πραγματικά.
Σε πόλεις όπως η Καστοριά, η ανάγκη για μόνιμες επαγγελματικές προοπτικές γίνεται πλέον επιτακτική. Η σεζόν δεν μπορεί να είναι η μοναδική απάντηση στο πρόβλημα της ανεργίας. Για τους νέους αυτούς, η πραγματική λύση δεν βρίσκεται στη διαρκή μετακίνηση, αλλά στη δημιουργία θέσεων εργασίας που θα αντιστοιχούν στις γνώσεις και τις σπουδές τους. Η ανάγκη δεν είναι απλώς για απασχόληση, αλλά για προοπτικές που θα τους επιτρέπουν να ονειρεύονται και να δημιουργούν στον τόπο τους, χωρίς η εργασία να σημαίνει απαραίτητα απομάκρυνση.
Το καλοκαίρι πλησιάζει και οι βαλίτσες κλείνουν ξανά, υπενθυμίζοντας πως όσο οι τοπικές κοινωνίες παραμένουν στάσιμες, τόσο η «γενιά της σεζόν» θα συνεχίζει να αναζητά το μέλλον της μακριά από το σπίτι της.
Φωτογραφία: Ιωάννης Ιωάννου


