Εξαρθρώθηκε πολυμελής εγκληματική οργάνωση που έκανε τηλεφωνικές απάτες σε όλη την Ελλάδα.
Ύστερα από πολύμηνη έρευνα της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ηγουμενίτσας και με σκοπό την αποδόμηση της οργάνωσης πραγματοποιήθηκε το πρωί της Τετάρτης, συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση σε διάφορες περιοχές της Κορινθίας. Κατα΄την επιχείρηση συνελήφθησαν 5 άτομα, 3 άνδρες και μία γυναίκα, μέλη του αρχηγικού πυρήνα της οργάνωσης και ακόμα ένας, που είχε τον ρόλο «εισπράκτορα». Σε βάρος των συλληφθέντων, όλοι Έλληνες πολίτες, σχηματίστηκε δικογραφία για εγκληματική οργάνωση, απάτες και απάτες με υπολογιστή, τελεσμένες και σε απόπειρα και νομοθεσία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Επίσης, ταυτοποιήθηκαν τα στοιχεία ακόμα 9 μελών, 6 Ελλήνων, 2 Ελληνίδων και μίας αλλοδαπής.
Σύμφωνα με την αστυνομία, η δράση της οργάνωσης χρονολογείται τουλάχιστον από τον Ιούλιο του 2025, ωστόσο η δομή και ο τρόπος δράσης της καταδεικνύει ότι η διάρκειά της είναι πολύ μεγαλύτερη.
Πώς δρούσε η οργάνωση
Η οργάνωση διαρθρωνόταν σε δύο ομάδες, σε αυτή που αποτελούσε το «επιχειρησιακό τηλεφωνικό κέντρο» (call center), το οποίο απαρτιζόταν από τα αρχηγικά μέλη της, και στην δεύτερη που την αποτελούσαν οι «εισπράκτορες» (runners). Το «επιχειρησιακό τηλεφωνικό κέντρο» είχε την έδρα του σε περιοχή της Κορινθίας, από όπου τα μέλη της οργάνωσης πραγματοποιούσαν καθημερινά αναρίθμητες τηλεφωνικές κλήσεις σε ανυποψίαστους πολίτες σε όλη την επικράτεια, στοχεύοντας κατά βάση σε ηλικιωμένους, τους οποίους εντόπιζαν από τηλεφωνικούς καταλόγους στο ίντερνετ.
Προσποιούμενοι κατά περίπτωση τους λογιστές, υπαλλήλους του Ε.Φ.Κ.Α., τραπεζών ή του Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. και με διάφορα προσχήματα, όπως της καταβολής επιδόματος ή αποφυγής επιβολής προστίμων ή διαρροής ηλεκτρικής ενέργειας, ζητούσαν από τους ανυποψίαστους πολίτες να συγκεντρώσουν χρήματα και τιμαλφή που διατηρούσαν στο σπίτι, προκειμένου να γίνει δήθεν καταγραφή τους για τον προσδιορισμό της περιουσίας τους και του αναλογούντος επιδόματος ή προστίμου ή για την ασφάλισή τους.
Τα μέλη της δεύτερης ομάδας, διάσπαρτα σε προκαθορισμένα κάθε φορά σημεία δράσης ανά την Ελλάδα, μετέβαιναν στα σπίτια των ατόμων που είχαν εξαπατηθεί ή σε άλλο υποδεικνυόμενο σημείο, προκειμένου να παραλαμβάνουν τη «λεία». Για τις μεταξύ τους επικοινωνίες, τα μέλη της οργάνωσης χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά διαδικτυακές εφαρμογές, ώστε να είναι δυσχερής η άρση του απορρήτου της επικοινωνίας τους, ενώ τα τηλέφωνα που χρησιμοποιούσαν για την πραγματοποίηση των τηλεφωνικών κλήσεων στα υποψήφια θύματά τους ήταν καταχωρημένα σε αχυράνθρωπους.
Ακόμα, οι «εισπράκτορες», για να αποφεύγουν τυχόν ταυτοποίησή τους, χρησιμοποιούσαν κατά τις μετακινήσεις τους είτε μισθωμένα οχήματα ή δικά τους, τα οποία όμως σε αυτή την περίπτωση οδηγούσαν συνεργοί τους, που βρίσκονταν σε ικανή απόσταση από το σημείο παραλαβής της «λείας» για να εξασφαλίζεται η μη συσχέτισή τους.
Από την αξιολόγηση των στοιχείων της έρευνας διακριβώθηκε η εμπλοκή της οργάνωσης σε συνολικά 77 απάτες και τουλάχιστον 19 απόπειρες, ο αριθμός των οποίων όμως εκτιμάται ότι είναι κατά πολύ μεγαλύτερος αφού πολλές από τις απόπειρες δεν καταγγέλλονται. Το παράνομο περιουσιακό όφελος που αποκόμισε η οργάνωση υπολογίζεται ότι ξεπερνά τα 1,6 εκατομμύρια ευρώ.
Οι συλληφθέντες θα οδηγηθούν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Κορινθίας, ενώ η έρευνα της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ηγουμενίτσας, για την ανακάλυψη της ταυτότητας και άλλων μελών της οργάνωσης και τυχόν εμπλοκής της σε ανάλογες περιπτώσεις, συνεχίζεται.


