FT: Η Ελλάδα κατέκτησε το λευκό κρασί — τώρα κατακτά και το ροζέ

Οι Financial Times αποθεώνουν ην ελληνική οινική επανάσταση και ειδικά τα ελληνικά ροζέ, κάνοντας λόγο για «σοβαρά κρασιά» με προσωπικότητα, φρεσκάδα και διεθνή προοπτική

Η Ελλάδα έχει ήδη κερδίσει τη μάχη του λευκού κρασιού. Τώρα αρχίζει να κατακτά και το ροζέ.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα του εκτενούς αφιερώματος των Financial Times στην ελληνική οινική παραγωγή, με τη διάσημη οινοκριτικό Jancis Robinson να κάνει λόγο για μια ελληνική «επανάσταση» που συνεχίζει να εξελίσσεται με ταχύτητα.

Και αυτή τη φορά, στο επίκεντρο δεν βρίσκονται μόνο τα γνωστά λευκά κρασιά της χώρας — όπως το Ασύρτικο — αλλά τα ελληνικά ροζέ, τα οποία, όπως σημειώνει, ξεχωρίζουν πλέον διεθνώς για τη σοβαρότητα, τη δομή και τον γαστρονομικό τους χαρακτήρα.

Τα ελληνικά ροζέ απέναντι στον κόσμο

Η αφορμή για το αφιέρωμα ήταν δύο μεγάλες επαγγελματικές γευσιγνωσίες στο Λονδίνο: μία αφιερωμένη στα ελληνικά κρασιά και μία στα κρασιά της Νέας Ζηλανδίας.

Η αντίθεση ήταν εντυπωσιακή. Από τα 112 κρασιά της Νέας Ζηλανδίας, μόλις ένα ήταν ροζέ — και μάλιστα, όπως σχολιάζει η Robinson, «μάλλον εμπορικό και αδιάφορο».

Αντίθετα, από τα 183 ελληνικά κρασιά που παρουσιάστηκαν, τα 22 ήταν ροζέ. Και όχι απλά καλοκαιρινά, εύκολα ροζέ.

Η αρθρογράφος των FT επισημαίνει ότι σχεδόν όλα τα ελληνικά δείγματα ανήκαν στην κατηγορία των «σοβαρών ροζέ»: κρασιά με δομή, οξύτητα, βάθος και δυνατότητα συνοδείας φαγητού — όχι απλώς εύκολης κατανάλωσης δίπλα σε πισίνα.

Το Ξινόμαυρο γίνεται «πρωταγωνιστής»

Μεγάλος πρωταγωνιστής του αφιερώματος είναι το Ξινόμαυρο, το οποίο η Robinson παρομοιάζει με το ιταλικό Nebbiolo.

Πολλά από τα αγαπημένα της ροζέ βασίζονταν σε αυτή την ποικιλία, ενώ εντυπωσιάστηκε από τη φρεσκάδα και την αντοχή τους στον χρόνο — σε αντίθεση, όπως παρατηρεί, με αρκετά εμπορικά γαλλικά ροζέ που «κουράζονται» γρήγορα.

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει επίσης:

στη ροζέ ρετσίνα της Kechris Winery,
αλλά και στο ροζέ του Venetsanos Winery από τη Σαντορίνη.

Η «ελληνική επανάσταση» του κρασιού

Όπως σχολιάζουν οι FT, πολλοί στο εξωτερικό εξακολουθούν να συνδέουν την Ελλάδα κυρίως με κόκκινα κρασιά. Στην πραγματικότητα όμως, μόλις το ένα τρίτο των ελληνικών αμπελώνων αφορά ερυθρές ποικιλίες.

Τα λευκά κυριαρχούν, ενώ η μεγάλη δύναμη της Ελλάδας είναι ο τεράστιος πλούτος γηγενών ποικιλιών.

Η Robinson αποδίδει την «επανάσταση» του ελληνικού κρασιού στη νέα γενιά παραγωγών που επένυσε στις αυτόχθονες ποικιλίες αντί να επιχειρήσει να αντιγράψει διεθνή πρότυπα.

«Αυτό είναι το ισχυρό μας χαρτί», λέει στους FT η Σοφία Πέρπερα από την Ελληνική Ένωση Οίνου.

«Όλοι μπορούν να βρουν Cabernet από οπουδήποτε στον κόσμο — και πιθανόν φθηνότερα».

Μικρή παραγωγή, μεγάλη προσωπικότητα

Η Ελλάδα παράγει μόλις το 2% του ευρωπαϊκού κρασιού και λιγότερο από το 1% της παγκόσμιας παραγωγής.

Όμως αυτό που της λείπει σε όγκο το αναπληρώνει με μοναδικά μικροκλίματα και ιδιαίτερες τοπικές ποικιλίες.

Οι FT στέκονται ιδιαίτερα:

  • στη Μανδηλαριά της Πάρου,
  • στο Κοτσιφάλι της Κρήτης,
  • στο Αγιωργίτικο της Νεμέας,
  • αλλά κυρίως στο Ξινόμαυρο της Νάουσας.

Από τη Σαντορίνη στη Στοκχόλμη

Οι FT σημειώνουν ότι τα ελληνικά κρασιά κερδίζουν διαρκώς έδαφος στις διεθνείς αγορές — ιδιαίτερα στη Σουηδία και τη Νορβηγία, όπου η ζήτηση έχει αυξηθεί τόσο ώστε μετά τη λονδρέζικη γευσιγνωσία ακολούθησαν αντίστοιχες διοργανώσεις σε Στοκχόλμη και Όσλο.

Το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει μόλις η πέμπτη σημαντικότερη εξαγωγική αγορά ελληνικού κρασιού, πίσω από:

  • τη Γερμανία,
  • τις ΗΠΑ,
  • τον Καναδά,
  • και την Κύπρο.

Ωστόσο, όπως αφήνει να εννοηθεί η Robinson, η εικόνα αλλάζει γρήγορα.

Το ελληνικό κρασί ενηλικιώθηκε

Το πιο σημαντικό συμπέρασμα του αφιερώματος των FT ίσως είναι ότι το ελληνικό κρασί δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως «εξωτική» ή τουριστική επιλογή.

Αντιμετωπίζεται ως σοβαρός διεθνής παίκτης.

Και ειδικά τα ελληνικά ροζέ φαίνεται πως αποτελούν το νέο μεγάλο στοίχημα μιας οινικής σκηνής που έχει ήδη αφήσει πίσω της τα στερεότυπα του παρελθόντος.

Η Ελλάδα, όπως δείχνει το αφιέρωμα των FT, δεν προσπαθεί πια να μοιάσει στις μεγάλες οινικές δυνάμεις. Προσπαθεί — και πετυχαίνει — να πείσει τον κόσμο ότι έχει τη δική της, ξεχωριστή φωνή στο παγκόσμιο κρασί.

naftemporiki.gr