Ανησυχητικές διαστάσεις λαμβάνει η διόγκωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την εφορία, με τα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων να αποτυπώνουν εκρηκτική αύξηση του αριθμού των οφειλετών μέσα σε μόλις έναν μήνα. Τον Μάρτιο του 2026 οι φορολογούμενοι με ληξιπρόθεσμα χρέη ανήλθαν σε 4.797.755 από 3.681.752 τον Φεβρουάριο, καταγράφοντας άνοδο 30,3%, εξέλιξη που αποδίδεται σε σημαντικό βαθμό στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και στη ραγδαία αύξηση της ακρίβειας.
Σε ετήσια βάση, η αύξηση των οφειλετών ανέρχεται σε 3,99%, καθώς τον Μάρτιο του 2025 οι οφειλέτες της φορολογικής διοίκησης είχαν διαμορφωθεί σε 4.613.523. Παράλληλα, το συνολικό ύψος των ληξιπρόθεσμων χρεών παραμένει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, φθάνοντας τα 114,5 δισ. ευρώ. Από αυτά, τα 35,2 δισ. ευρώ χαρακτηρίζονται ανεπίδεκτα είσπραξης, με αποτέλεσμα το πραγματικά εισπράξιμο ποσό να περιορίζεται στα 79,2 δισ. ευρώ.
Μόνο μέσα στον Μάρτιο έμειναν απλήρωτοι φόροι ύψους 840 εκατ. ευρώ, ενώ συνολικά τα νέα ληξιπρόθεσμα χρέη, συμπεριλαμβανομένων και άλλων κατηγοριών οφειλών πέραν των φορολογικών, έφθασαν τα 888 εκατ. ευρώ. Στο σύνολο του πρώτου τριμήνου του 2026, τα νέα ληξιπρόθεσμα διαμορφώθηκαν σε 3,023 δισ. ευρώ έναντι 2,841 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2025, σημειώνοντας αύξηση 6,41%.
Από αυτά, οι απλήρωτοι φόροι ανήλθαν σε 2,819 δισ. ευρώ, έναντι 2,715 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του προηγούμενου έτους, παρουσιάζοντας άνοδο 3,83%. Την ίδια ώρα, οι εισπράξεις της φορολογικής διοίκησης κινούνται μεν αυξητικά, ωστόσο δεν επαρκούν για να αναχαιτίσουν τη συνεχιζόμενη διόγκωση των χρεών. Τον Μάρτιο του 2026 οι συνολικές εισπράξεις έναντι νέων ληξιπρόθεσμων οφειλών ανήλθαν σε 297 εκατ. ευρώ, από 284 εκατ. ευρώ τον αντίστοιχο μήνα του 2025, σημειώνοντας αύξηση 4,58%. Σε επίπεδο τριμήνου, οι εισπράξεις διαμορφώθηκαν στα 656 εκατ. ευρώ έναντι 619 εκατ. ευρώ πέρυσι, καταγράφοντας άνοδο 5,98%.
Και από ότι φαίνεται η κατάσταση θα χειροτερεύσει. Τα τελευταία στοιχεία του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών αποτυπώνουν έντονη επιδείνωση του οικονομικού κλίματος στα ελληνικά νοικοκυριά, με τους καταναλωτές να εμφανίζονται ολοένα και πιο απαισιόδοξοι για την οικονομική τους κατάσταση, εξέλιξη που σύμφωνα με οικονομικούς αναλυτές λειτουργεί ως σαφής προειδοποίηση για περαιτέρω αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών το επόμενο διάστημα.
Οι αρνητικές εκτιμήσεις για την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών κατά τους τελευταίους 12 μήνες ενισχύθηκαν σημαντικά τον Απρίλιο, με τον σχετικό δείκτη να υποχωρεί στις -55,1 μονάδες από -50 μονάδες τον προηγούμενο μήνα. Επτά στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν ότι η οικονομική τους κατάσταση επιδεινώθηκε, ενώ μόλις το 1% θεωρεί ότι υπήρξε βελτίωση.
Αρνητικές παραμένουν και οι προβλέψεις για το επόμενο δωδεκάμηνο, καθώς ο σχετικός δείκτης διαμορφώθηκε στις -54,6 μονάδες από -52,7 τον Μάρτιο. Το 69% των νοικοκυριών αναμένει περαιτέρω επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης, με την απαισιοδοξία να καταγράφεται αισθητά υψηλότερη σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης.
Παράλληλα, επιδεινώνονται και οι προσδοκίες για την πορεία της ελληνικής οικονομίας συνολικά. Ο δείκτης προβλέψεων για την οικονομική κατάσταση της χώρας διαμορφώθηκε στις -59,2 μονάδες, με το 75% των καταναλωτών να προβλέπει επιδείνωση μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Την ίδια ώρα αυξάνεται και η αβεβαιότητα των νοικοκυριών για το μέλλον, καθώς το 65,6% δηλώνει ότι δυσκολεύεται να προβλέψει την οικονομική του κατάσταση.
Η επιδείνωση του κλίματος αντανακλάται και στις προθέσεις κατανάλωσης και επενδύσεων των νοικοκυριών. Αν και σημειώθηκε μικρή βελτίωση στην πρόθεση αγοράς ή κατασκευής κατοικίας, ο σχετικός δείκτης παραμένει σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, στις -89,8 μονάδες. Ακόμη πιο έντονη είναι η υποχώρηση στην πρόθεση πραγματοποίησης σημαντικών δαπανών για ανακαίνιση ή βελτίωση κατοικίας, με τον δείκτη να διαμορφώνεται στις -85,2 μονάδες από -77,9 το προηγούμενο τρίμηνο. Μόλις το 4,6% των νοικοκυριών δηλώνει πιθανό να προχωρήσει σε τέτοιου είδους δαπάνες μέσα στον επόμενο χρόνο, έναντι 10,3% στο προηγούμενο τρίμηνο.
Οι συγκεκριμένοι πρόδρομοι δείκτες θεωρούνται ιδιαίτερα κρίσιμοι για την πορεία της ιδιωτικής κατανάλωσης και της φορολογικής συνέπειας των πολιτών, καθώς αποτυπώνουν τη διαρκώς αυξανόμενη πίεση στα εισοδήματα των νοικοκυριών. Ο συνδυασμός ακρίβειας, υψηλού ενεργειακού κόστους, γεωπολιτικής αβεβαιότητας και επιδείνωσης της καταναλωτικής εμπιστοσύνης δημιουργεί, σύμφωνα με αναλυτές της αγοράς, ισχυρές ενδείξεις ότι ο αριθμός των οφειλετών προς την εφορία θα συνεχίσει να αυξάνεται και τους επόμενους μήνες.


