Η συζήτηση για το κατά πόσο οι συνταξιοδοτικές αποταμιεύσεις μπορούν να αποτελέσουν μοχλό ανάπτυξης για την οικονομία και τις κεφαλαιαγορές βρίσκεται όλο και πιο συχνά στο επίκεντρο και στην Ελλάδα, ιδιαίτερα μετά τη δημιουργία του Ταμείου Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης (ΤΕΚΑ) και τη σταδιακή συγκέντρωση σημαντικών επενδυτικών κεφαλαίων από τους νέους ασφαλισμένους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, νέα μελέτη του ευρωπαϊκού οικονομικού ινστιτούτου Bruegel υποστηρίζει ότι τα συνταξιοδοτικά ταμεία και οι ασφαλιστικές εταιρείες μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη των κεφαλαιαγορών, υπό την προϋπόθεση ότι τα διαθέσιμα κεφάλαια κατευθύνονται σε παραγωγικές επενδύσεις.
Η έρευνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι η έλλειψη αποταμιεύσεων, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτές αξιοποιούνται. Όπως επισημαίνουν οι συντάκτες της μελέτης, οι ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές παραμένουν μικρές και κατακερματισμένες, παρά το γεγονός ότι τα νοικοκυριά διαθέτουν σημαντικά χρηματικά αποθέματα. Το μεγαλύτερο μέρος των αποταμιεύσεων εξακολουθεί να παραμένει σε τραπεζικές καταθέσεις και μετρητά αντί να επενδύεται σε παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία που θα μπορούσαν να στηρίξουν την ανάπτυξη και τις επενδύσεις.
Σύμφωνα με τη μελέτη, τα συνταξιοδοτικά ταμεία και οι ασφαλιστικές εταιρείες έχουν τη δυνατότητα να συγκεντρώνουν τις αποταμιεύσεις εκατομμυρίων πολιτών και να τις διοχετεύουν σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις, όπως μετοχές, ομόλογα και έργα υποδομών. Οι οργανισμοί αυτοί θεωρούνται ιδανικοί επενδυτές για τη χρηματοδότηση της οικονομίας, καθώς λειτουργούν με μακροχρόνιο ορίζοντα και δεν επηρεάζονται τόσο από τις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις των αγορών.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι δεν αρκεί μόνο η αύξηση του μεγέθους των συνταξιοδοτικών ταμείων. Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο τρόπος με τον οποίο επενδύονται τα κεφάλαια. Η ανάλυση δείχνει ότι οι επενδύσεις σε εγχώριες μετοχές και ομόλογα συνδέονται άμεσα με την αύξηση του μεγέθους των κεφαλαιαγορών. Με άλλα λόγια, όσο μεγαλύτερο ποσοστό των κεφαλαίων κατευθύνεται στις τοπικές αγορές, τόσο μεγαλύτερη είναι η συμβολή τους στη χρηματοδότηση επιχειρήσεων και κρατών.
Η μελέτη εξετάζει στοιχεία από 20 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περίοδο 2013-2023 και καταγράφει ότι οι επενδύσεις των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών φορέων έχουν θετική επίδραση τόσο στις αγορές μετοχών όσο και στις αγορές ομολόγων. Ειδικά για τις μετοχές, η ανάπτυξη των κεφαλαιαγορών συνδέεται τόσο με το συνολικό μέγεθος των ταμείων όσο και με την κατανομή των επενδύσεων. Αντίθετα, στις αγορές ομολόγων ο καθοριστικός παράγοντας φαίνεται να είναι κυρίως η κατεύθυνση των επενδύσεων και όχι το συνολικό ύψος των διαθέσιμων κεφαλαίων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρημα ότι η ενίσχυση των συνταξιοδοτικών ταμείων δεν φαίνεται να λειτουργεί εις βάρος των τραπεζών.
Σύμφωνα με το Bruegel, η Ελλάδα εμφανίζει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά διακράτησης περιουσιακών στοιχείων σε μετοχές μεταξύ των χωρών της ΕΕ, ενώ σχετικά μικρό μέρος των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων των νοικοκυριών βρίσκεται σε ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά προϊόντα. Αντίθετα, σε χώρες όπως η Ολλανδία, η Δανία και η Ιρλανδία, τα συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά προϊόντα αποτελούν πολύ μεγαλύτερο τμήμα του πλούτου των νοικοκυριών. Αυτό είναι ένα από τα βασικά ευρήματα της μελέτης, καθώς συνδέεται με το πόσο ανεπτυγμένοι είναι οι θεσμικοί επενδυτές και οι κεφαλαιαγορές σε κάθε χώρα.
Οι ερευνητές δεν εντόπισαν στοιχεία που να δείχνουν ότι η αύξηση των επενδύσεων μέσω συνταξιοδοτικών ταμείων μειώνει τον τραπεζικό δανεισμό προς τις επιχειρήσεις. Αντιθέτως, εκτιμούν ότι οι δύο μορφές χρηματοδότησης μπορούν να λειτουργούν παράλληλα και συμπληρωματικά, προσφέροντας περισσότερες επιλογές στις επιχειρήσεις που αναζητούν κεφάλαια.Παράλληλα, η έρευνα δεν εντόπισε σημαντική σχέση μεταξύ της ανάπτυξης των συνταξιοδοτικών ταμείων και της μεταβλητότητας των αγορών ή των αποδόσεων των μετοχών και των ομολόγων. Το συμπέρασμα αυτό σημαίνει ότι η μεγαλύτερη παρουσία των θεσμικών επενδυτών δεν φαίνεται να επηρεάζει άμεσα τη σταθερότητα ή τις αποδόσεις των αγορών, αλλά κυρίως το συνολικό τους μέγεθος.
Οι συντάκτες της μελέτης υπογραμμίζουν ότι η Ευρώπη θα μπορούσε να αξιοποιήσει αποτελεσματικότερα τις αποταμιεύσεις των πολιτών της μέσω της ενίσχυσης των κεφαλαιοποιητικών συνταξιοδοτικών συστημάτων. Ωστόσο, τονίζουν ότι η αύξηση των διαθέσιμων κεφαλαίων από μόνη της δεν αρκεί. Απαιτείται παράλληλα η δημιουργία συνθηκών που θα ενθαρρύνουν τις επενδύσεις σε παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία και θα καθιστούν τις ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές πιο ελκυστικές για τους επενδυτές.
Όπως επισημαίνεται στο τελικό συμπέρασμα της έκθεσης, η ενίσχυση των συνταξιοδοτικών ταμείων μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο για τη χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής οικονομίας, αρκεί οι αποταμιεύσεις να κατευθύνονται σε επενδύσεις που παράγουν πραγματική οικονομική αξία και συμβάλλουν στην ανάπτυξη των κεφαλαιαγορών της Ευρώπης.


